Οικονομία

Οικονομία (3)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

 

Τι είναι η διαταγή πληρωμής;


Σκοπός του θεσμού της Διαταγής Πληρωμής είναι η άμεση διευθέτηση της οφειλής υπέρ του δανειστή και κατά του οφειλέτη.  Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται από το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης ( Δανειστή ) κατά του οφειλέτη . Για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν γίνεται συζήτηση στο ακροατήριο.


Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Κατ’ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και να ζητηθεί εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής.

 


Ποιος είναι ο αρμόδιος δικαστής;


Αρμόδιος να εκδώσει διαταγή πληρωμής, για απαίτηση της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, είναι ο ειρηνοδίκης και για κάθε άλλη απαίτηση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου.

 

Ποια είναι η διαδικασία της έκδοσης. 

 

Ο δικαστής αποφασίζει το ταχύτερο σχετικά με την αίτηση, χωρίς να καλέσει τον οφειλέτη, έχει όμως το δικαίωμα: α) να καλεί τον αιτούντα για να του δώσει εξηγήσεις σχετικά με την αίτηση, β) να υποδείξει στον αιτούντα τις αναγκαίες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης, γ) αν ο αιτών επικαλείται ιδιωτικά έγγραφα, να ζητεί βεβαίωση της υπογραφής από συμβολαιογράφο ή μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιόν του.

 


Πότε μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής ;


Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της απαίτησης και μπορεί να ζητηθεί η έκδοσή της, για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό  έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη.

 


Πότε δεν μπορεί να ζητηθεί ;


Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνον αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο. Επίσης, δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, και αν εκδοθεί είναι άκυρη, αν η επίδοσή της πρέπει να γίνει σε πρόσωπο που η διαμονή του είναι άγνωστη, εκτός αν έχει αντίκλητο νόμιμα διορισμένο.

 


Ποια στοιχεία πρέπει να περιέχει η αίτηση;


Η αίτηση πρέπει να περιέχει :
1)    Το δικαστήριο ή τον δικαστή, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη ή η διαδικαστική πράξη, το είδος του δικογράφου, το όνομα το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου τους. Το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου. Επίσης πρέπει να περιέχει και τον ακριβή καθορισμό της διεύθυνσης, και ιδίως οδό και αριθμό της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος του διαδίκου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, του νόμιμου αντιπροσώπου του και του δικαστικού πληρεξουσίου του. Τα δικόγραφα περιέχουν επίσης τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πληρεξούσιων δικηγόρων.


2)    Θα πρέπει να περιέχει αίτημα για την έκδοση διαταγής πληρωμής,


3)    Την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή και


4)    Τέλος, στην αίτηση θα πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

 


Πότε ο δικαστής δέχεται την αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής;


Ο δικαστής δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και τον καταδικάζει στη δικαστική δαπάνη.

 


Πότε ο δικαστής απορρίπτει την αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής;


Ο δικαστής απορρίπτει την αίτηση :
1) αν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής ,
2) αν ο αιτών δεν δίνει τις εξηγήσεις που του ζήτησε ή αρνείται να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις για τη συμπλήρωση ή διόρθωση της αίτησή του ή για τη βεβαίωση των υπογραφών ιδιωτικών εγγράφων.
3) Η απόρριψη σημειώνεται κάτω από την αίτηση και αναφέρεται σε συντομία ο λόγος της απόρριψης.
4) Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγής ή η υποβολή νέας αίτησης.

 

 

Ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής;


Η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει:
1)     Το ονοματεπώνυμο του δικαστή που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής
2)    Το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό, φορολογικού μητρώου,
3)    Την αιτία της πληρωμής
4)    Το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί
5)    Τη διαταγή πληρωμής
6)    Υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία όπως ορίζει ο νόμος.

 

 

Μέσα σε πόσο χρονικό διάστημα ο αιτών μπορεί να επιδώσει την διαταγή πληρωμής.

 

Η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο ( 2 ) μηνών από την έκδοσή της.  Αν η επίδοση δεν γίνεται μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει αυτοδικαίως να ισχύει.  Μέσα στην ίδια προθεσμία αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Ο αρμόδιος γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει τη χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.

 

 

Πότε ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και μέσα σε ποιες προθεσμίες;

 

Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής.  Αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο.


Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε ( 15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα ( 30 ) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί  κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.  Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

 

 

Η άσκηση της ανακοπής αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής;

 

Κατ’ αρχήν η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ύστερα από αίτηση αναστολής του οφειλέτη να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή.  Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει τον δανειστή να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής.

 

Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, έως τη συζήτηση  της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει  ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση με το όρο να δοθεί εγγύηση , οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση.


Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις , να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.  Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν. 

 

 

Είναι υποχρεωτική η παράσταση του ανακόπτοντος στη δίκη της ανακοπής;

 

Αν ο ανακόπτων  δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.

 

 

Που και σε ποιον γίνεται η επίδοση της ανακοπής και των αιτήσεων αναστολής;

Η επίδοση της ανακοπής και των αιτήσεων αναστολής μπορεί να γίνει είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είτε στη διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται  στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει.

Σε περίπτωση επίδοσης στο εξωτερικό , για την έναρξη της προθεσμίας ανακοπής η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τον χρόνο που προβλέπει το δίκαιο του κράτους της διαμονής του παραλήπτη ή κατά τον χρόνο της πραγματικής παραλαβής, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.

 

 


Ποια μπορεί να είναι η απόφαση επί της ανακοπής ;

Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής.

 

 

Πόσες φορές πρέπει να επιδοθεί η διαταγή πληρωμής στον οφειλέτη και γιατί;

 

Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ( 15 ) εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται η αναστολή εκτέλεσης. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.

 

 

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή;

 

Η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί  από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις %AM, %17 %993 %2017 %01:%Ιουν
%AM, %29 %113 %2017 %04:%Μαϊ
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Σκοπός του νόμου είναι η ρύθμιση της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς οποιονδήποτε πιστωτή, οι οποίες είτε προέρχονται από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία, εφόσον η ρύθμιση των εν λόγω οφειλών κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του οφειλέτη.

Πεδίο Εφαρμογής
Στις διατάξεις του Νόμου για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων μπορούν να υπαχθούν τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικό πρόσωπο που αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα μπορεί να υποβάλλει αίτηση εφόσον:


α) κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016 είχε οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών ή οφειλή που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή είχε βεβαιωθεί η μη πληρωμή επιταγών εκδόσεώς του λόγω μη επαρκούς υπολοίπου κατά το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 (Α` 401) ή είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή δικαστικές αποφάσεις λόγω ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων εις βάρος του,


β) οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές του ξεπερνούν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας.
Πότε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών:

• αν έχει υποβάλει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246) ή στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α` 153), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτησή του από τις εν λόγω διαδικασίες μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή

• αν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής του οφειλέτη σε μία από τις αναφερόμενες στην περίπτωση α` διαδικασίες ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση υπαγωγής του στις παραπάνω διαδικασίες και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή

• αν έχει διακόψει την επιχειρηματική του δραστηριότητα ή, σε περίπτωση νομικού προσώπου, βρίσκεται σε διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης, εκτός εάν υποβληθεί δήλωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου ή απο- φασισθεί από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου η αναβίωσή του, πριν από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών ή

• αν έχει καταδικασθεί με αμετάκλητη απόφαση το ίδιο το φυσικό πρόσωπο ή στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι ή οι διευθύνοντες σύμβουλοι ή οι διαχειριστές ή οι εταίροι ή και κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών για ένα από τα ακόλουθα αδικήματα:


α)φοροδιαφυγή, εκτός αν αφορά μη απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας, φόρου κύκλου εργασιών, φόρου ασφαλίστρων, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών ή φόρου πλοίων,


β)νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υπεξαίρεση, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, δωροληψία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, χρεοκοπία, ή απάτη, σε βαθμό κακουργήματος. Στην περίπτωση της απάτης, αν ο παθών είναι το Δημόσιο ή Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, αρκεί η καταδίκη σε βαθμό πλημμελήματος.
Επί νομικών προσώπων, η κατά τα ανωτέρω ποινική καταδίκη των παραπάνω προσώπων πρέπει να αφορά αξιόποινη πράξη που σχετίζεται με την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου το οποίο ζητεί την ένταξή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών.
Στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης δεν υπάγονται οφειλές του οφειλέτη που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Δεν έχουν δικαίωμα υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών:
1) τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα,


2)οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών που λειτουργούν στην Ελλάδα,

3) οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ), καθώς και οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), καθώς και οι διαχειριστές αυτών,


4) οι ασφαλιστικές εταιρίες.

Υποβολή αίτησης
Η αίτηση για την υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών υποβάλλεται από τον οφειλέτη ηλεκτρονικά στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) με τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ηοποία τηρείται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.


Τα δεδομένα του οφειλέτη τηρούνται στη βάση δεδομένων της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για τρία (3) έτη από τη λήξη της εκτέλεσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ή από την ακύρωσή της ή από την τελεσιδικία της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της.


Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν καταλήξει σε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, τα δεδομένα του διαγράφονται από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. τρία (3) έτη μετά την υποβολή τους. ΗΕ.Γ.Δ.Ι.Χ. ορίζεται ως υπεύθυνος επεξεργασίας για την τήρηση και την επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων σύμφωνα με το ν. 2472/1997 (Α` 50).


Κάθε οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση για την υπαγωγή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών έως την 31η Δεκεμβρίου 2018.


Προσοχή
Οι πληροφορίες αυτές είναι όλως ενδεικτικές. Για πληρέστερη και ειδικότερη ενημέρωση θα πρέπει να απευθυνθείτε στον οικονομικό και τον νομικό σας σύμβουλο.

 

Τελευταία τροποποίηση στις %AM, %29 %126 %2017 %05:%Μαϊ
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Επίσχεση εργασίας είναι η νόμιμη άρνηση του μισθωτού – εργαζομένου να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, να παρέχει την εργασία του, μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την δική του που τον βαρύνει σε σχέση με την αμοιβή της εργασίας, δεδουλευμένοι μισθοί και λοιπές καταβολές.

Με λίγα λόγια:
Ο εργοδότης έχει γενικά την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, για την παροχή εργασίας που συμφώνησε με αυτόν, ενώ έχει υποχρέωση να τηρεί τους όρους, που συμφωνήθηκαν, με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνήψαν τα μέρη.


Εφόσον ο εργαζόμενος έχει κατά του εργοδότη ληξιπρόθεσμη αξίωση για την παροχή εργασίας, που παρασχέθηκε, δικαιούται να ασκήσει επίσχεση της εργασίας του. Να αρνηθεί δηλαδή την εκπλήρωση της δικής του υποχρέωσης μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει τη δική του που τον βαρύνει σε σχέση με την αμοιβή της εργασίας, δεδουλευμένοι μισθοί και λοιπές καταβολές.


 Έννοια της επίσχεσης

Η επίσχεση έχει την έννοια ότι ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, μένοντας όμως στη διάθεση του εργοδότη μέχρι ο άλλος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση και δεν καθίσταται υπερήμερος ο ίδιος, αλλά ο εργοδότης, που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του και οφείλει την καταβολή μισθού σαν να είχε παρασχεθεί η εργασία από τον εργαζόμενο.


Πως ασκείται το δικαίωμα του εργαζομένου για επίσχεση εργασίας;


Το δικαίωμα του εργαζομένου για επίσχεση εργασίας ασκείται με δήλωση προς τον εργοδότη, είτε προφορικά είτε γραπτά, ότι παύει να παρέχει την εργασία του μέχρι να καταβληθούν οι αποδοχές του ή να εκπληρωθούν ενδεχόμενα άλλοι ουσιώδεις όροι της σύμβασης.


Τι συμβαίνει μετά την ανακοίνωση της επίσχεσης στον εργοδότη.


Από τη στιγμή που μαθαίνει την δήλωση της επίσχεσης του εργαζομένου ο εργοδότης, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να παρέχει την εργασία του, ενώ ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος για όσο χρόνο αρνείται τη συμμόρφωσή του με τους όρους της σύμβασης και οφείλει μισθούς υπερημερίας, η οποία αίρεται μόνο με πραγματική καταβολή των μισθών αυτών.


Μπορεί ο εργοδότης να απολύσει τον εργαζόμενο που άσκησε νόμιμα το δικαίωμα της επίσχεσης;

Ναι, ο εργοδότης μπορεί να απολύσει τον εργαζόμενο δεν παρέχεται δικαίωμα όμως στον εργοδότη, να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του μισθού και να τον απολύσει από την εργασία του, προβαίνοντας σε καταγγελία, χωρίς να καταβάλλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης του.

Σε ποιους περιορισμούς υπόκειται το δικαίωμα της επίσχεσης;

Η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης της εργασίας, απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και θα πρέπει να είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου οφέλους του εργαζομένου και στην περίπτωση που το δικαίωμα αυτό ασκείται καταχρηστικά από τον εργαζόμενο ο εργοδότης δεν καθίσταται υπερήμερος.

Το αν η επίσχεση ασκείται καταχρηστικά ή όχι κρίνεται μόνο από το δικαστήριο.


Προσοχή: Η ενημέρωση αυτή είναι όλως ενδεικτική, για περισσότερη και εγκυρότερη πληροφόρηση θα πρέπει να απευθυνθείτε στον νομικό σύμβουλο της εμπιστοσύνης σας.

Τελευταία τροποποίηση στις %PM, %07 %799 %2017 %20:%Μαρ