Αρχαία Εποχή

Αρχαία Εποχή (24)

 

Η Φράση Είδα στον Ύπνο μου Εφιάλτη βγήκε εξ αιτίας της δράσης του εναντίον των Αεροπαγιτών.


Ποια είναι η σχέση του με τον εφιάλτη τον προδότη;


Ποια ήταν η σχέση του με τον Περικλή και τον Θεμιστοκλή;

 

 

Η ακριβή χρονολογία της γέννησής του είναι δύσκολο να εξακριβωθεί ωστόσο όμως υπολογίζεται πως γεννήθηκε περίπου το 510? π.Χ.

Δεν έχει καμία σχέση με τον Εφιάλτη τον Προδότη της μάχης των Θερμοπυλών. Ο πατέρας του λεγόταν Σοφωνίδης και σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία των μεγάλων πολιτικών της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ήταν ταπεινής καταγωγής, φτωχός αλλά ταυτόχρονα ο δικαιότερος και ο πιο αδιάφθορος πολίτης της Αθήνας μέχρι τότε.

Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πληροφορίες για το ποια ήταν ακριβώς η εκπαίδευσή του, οι παιδαγωγοί του και γενικά, δεν γνωρίζουμε με ποιον τρόπο μεγάλωσε και ανδρώθηκε ώστε να εξελιχθεί σε ηγέτη και σε σπουδαίο πολιτικό διαμορφωτή.

Κατά τη διάρκεια του πολιτικού του βίου, δεν εκμεταλλεύτηκε για ιδίον όφελος τις γνωριμίες που είχε, με τους επιφανέστερους και πλουσιότερους πολιτικούς της εποχής του, ούτε και εκμεταλλεύτηκε την ρητορική του ικανότητα και την μπόρεσή του να πείθει τον λαό χειραγωγώντας τον για τα χρήματα.

Ο Εφιάλτης εκτός από αδέκαστος και καλός ρήτορας ήταν και σπουδαίος πολεμιστής, συμμετείχε ενεργά στον πόλεμο κατά των Περσών, γεγονός που τον έκανε πολύ συμπαθή στον λαό και του προσέδωσε μεγάλη αναγνωρισημότητα.

Όσον αφορά την πολιτική του σταδιοδρομία,  εντάχθηκε από νωρίς στην πολιτική παράταξη των δημοκρατικών και ανέλαβε την αρχηγία της μετά τον εξοστρακισμό του 53χρονου περίπου τότε Θεμιστοκλή το 471 π. Χ, όταν ο Περικλής βρισκόταν σε ηλικία 24 χρονών περίπου.
Αντιπολιτευόταν δηλαδή την ολιγαρχική παράταξη, την περίοδο που είχε αρχηγό τον λαμπρό και σπουδαίο Κίμωνα ο οποίος έκανε την Αθήνα μεγαλύτερη απ’ ότι ήταν πριν και πλουσιότερη.

Αφού λοιπόν ο Εφιάλτης έγινε αρχηγός της Δημοκρατικής Παράταξης στράφηκε εναντίον της Βουλής του Αρείου Πάγου, και ηγήθηκε "της επανάστασης" της αναπτυσσόμενης πλέον τάξης των εμπόρων κατά των ολιγαρχών γαιοκτημόνων που ουσιαστικά ήλεγχε τον Άρειο Πάγο και εκείνη την περίοδο ασκούσε φιλολακωνική πολιτική εξαιτίας της επιρροής που είχε σε αυτούς ο Κίμωνας.

Κίνησε μεγάλους δικαστικούς αγώνες, στην Ηλιαία πλέον, εναντίον των μελών της Βουλής του Αρείου Πάγου με την κατηγορία της κακής διοίκησης. Η τρομοκρατία που επέβαλε σε αυτούς ήταν τόσο μεγάλη και του δημιούργησε τέτοιο φόβο ώστε μόνο στη σκέψη ότι υπάρχει πιθανότητα να έρθει στο σπίτι τους η φρουρά του Εφιάλτη για να τους συλλάβει έχανα τον ύπνο του γιατί έβλεπαν ΕΦΙΑΛΤΕΣ…
Έπειτα, κατά το 462 με 461, αφαίρεσε πολλές αρμοδιότητες από τη Βουλή του Αρείου Πάγου και τις πρόσθεσε στη Βουλή των πεντακοσίων, στην Εκκλησία του δήμου και στα δικαστήρια, κάνοντας έτσι το πολίτευμα δημοκρατικότερο γιατί συμμετείχαν σε αυτό περισσότεροι πολίτες από όλα και τα φτωχά κοινωνικά στρώματα.
Οι εν λόγω αρμοδιότητες αφορούσαν την ασφάλεια του κράτους, την εφαρμογή των νόμων, τη δοκιμασία των αρχόντων, το έγκλημα της προδοσίας, τον έλεγχο των πεπραγμένων τους, την τήρηση της νομιμότητας και γενικά τα πολιτικά εγκλήματα. Ο Άρειος Πάγος διατήρησε την εκδίκαση φόνων εκ προθέσεως, εμπρησμών, δηλητηριάσεων και κοπής ιερών ελαιόδεντρων.
Όπως προείπαμε στην δημοκρατική παράταξη την οποία διοικούσε ο Εφιάλτης ήταν εξέχον μέλος και ο λαμπρός Περικλής ώστε να λέγεται ότι αυτός ο Περικλής ήταν ο ιθύνων νους των μεταρρυθμίσεων πράγμα το οποίο δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με βεβαιότητα πλην όμως, σίγουρα θα υπήρχε σοβαρός διάλογος για τα θέματα αυτά μεταξύ τους και μεγάλη συνεργασία.

Μετά την προσβλητική άρνηση των Σπαρτιατών να δεχτούν την βοήθεια του Κίμωνα κατά της επανάστασης των Ειλώτων, και την ταπεινωτική επιστροφή του, ο Εφιάλτης άδραξε την ευκαιρία και έπεισε τους αγανακτισμένους και προσβεβλημένους Αθηναίους Πολίτες να τον εξοστρακίσουν το 462 π.Χ με κύριο σκοπό να παραμείνουν οι μεταρρυθμίσεις.

Την ίδια χρονιά όμως, το 462 π.Χ ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε άδικα και άδοξα από τον Αριστόδικο τον Ταναγραίο, που ήταν όργανο των πολιτικών του αντιπάλων ή των αεροπαγιτών που λυσσαλέα είχε πολεμήσει και έτσι, δεν πρόλαβε να δει τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της κοινωνίας της Αθήνας που τόσο είχε συνεισφέρει ώστε να επιτευχθεί ο στόχος αυτός ούτε την λαμπρή ανοικοδόμηση της πόλης του.

 

Πιθανόν το ζεύγος να συνδέθηκε όταν η Ασπασία βρισκόταν σε ήλικά 25 χρονών και ο Περικλής περίπου στα 50.


Η Ασπασία ήταν η γυναίκα που έλκυε, λόγω της ευφυίας της τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της εποχής, όπως τον Σωκράτη, ενώ ταυτοχρόνως λέγεται ότι διατηρούσε και οίκο ανοχής πράγμα το οποίο βέβαια αμφισβητείται από τους σύγχρουνους ιστορικούς. Η Ασπασία είναι σαφώς η ενδοξότερη γυναίκα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και αναφέρεται στα έργα των μεγαλύτερων φιλοσόφων της εποχής εκείνης και όχι μόνο.


Στο απόγειο της δόξας της θαυμάστηκε από τον λαό, όμως, στοχοποιήθηκε και μετατράπηκε σε αντικείμενο φθόνου όταν η δημοφιλία  του Περικλή ήταν αμφισβητούμενη.


Δυστυχώς, δεν ξέρουμε πολλά για την εκπαίδευσή της και τα νεανικά της χρόνια, το πιθανότερο όμως είναι πως η οικογένεια της ήταν εύπορη ώστε να ήταν ικανή να της παρέχει τέτοιου επιπέδου μόρφωση.


Γεννήθηκε περίπου το 470 π.Χ. στην Μίλητο και πατέρας της ήταν ο Αξίοχος. Ήταν πολύ όμορφη στην όψη, είχε χάρη και ευφυία γι’ αυτό και ο Περικλής ,  λάτρευε την παρέα της και τις πολιτικές συζητήσεις μαζί της. Ακόμα και ο Σωκράτης την επισκέπτονταν για να συζητήσει μαζί της, ενώ οι  φίλοι της, παρ'ότι λέγεται ότι η εμφάνισή της δεν ήταν κόσμια και διατηρούσε πλησίον της γυναίκες κακής διαγωγής, έφερναν προς αυτήν τις συζύγους τους, για να την ακούσουν και να τις διδάξει.


Επίσης, λένε πως πέραν όλων των άλλων η Ασπασία ήταν καλή ρητοροδιδάσκαλος ώστε κατάφερε μετά τον θάνατο του Περικλή να μετατρέψει τον Λυσικλή, από προβατέμπορο, αγενή και ταπεινό εκ γενετής, σε πρώτο πολίτη της Αθήνας.


Ο Περικλής, πριν γνωρίσει την Ασπασία, είχε για γυναίκα του μια μακρινή συγγενή του, την οποία παντρεύτηκε υποχρεωτικά σύμφωνα με το θεσμό της επικλήρου κόρης. Από τον γάμο αυτό απέκτησαν δύο γιους, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο που δυστυχώς δεν έμοιασαν σε τίποτα ως προς τις πολιτικές ικανότητες με τον πατέρα τους.

Η συμβίωσή τους αυτή δεν έκανε ευτυχισμένο τον Περικλή και χώρισαν περίπου το 445 π.Χ όπου τότε, σύμφωνα με το έθιμο που επικρατούσε, έδωσε την άδειά του να παντρευτεί άλλον άνδρα.

Εκείνη την περίοδο, ευρισκόμενος δηλαδή ο Περικλής στα 50 του χρόνια περίπου γνώρισε την 25χρονη φιλόσοφο - εταίρα Ασπασία. Ο ισχυρισμός βέβαια ότι ήταν εταίρα αμφισβητείται εντόνως από τους σύγχρονους ιστορικούς και πέραν όλων αυτών πολλοί δέχονται ότι ήταν και παντρεμένοι.


Κατά γενική ομολογία το ζεύγος ήταν πολύ ερωτευμένο και απέκτησαν μαζί ένα γιο που ονομάστηκε και αυτός Περικλής, ο οποίος αργότερα έγινε στρατηγός της Αθήνας αλλά εκτελέστηκε άδικα μετά την ναυμαχία των Αργινουσών το 406 πΧ. Αναφέρεται σχετικώς, μία πολύ ρομαντική ιστορία σχετικά με τρόπο ζωής τους, ότι καθημερινώς,  κάθε φορά πριν φύγει από το σπίτι τους την φιλούσε με τρυφερότητα.


Η Ασπασία πέραν από την νεότητα και την ομορφιά της, όπως προ είπαμε διέθεται και μεγάλη οξύνοια, γι’ αυτό και ο Περικλής της συμπεριφερόταν ως ισότιμη με άντρα κατά τη διάρκεια των διαλόγων τους, πράγμα πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής και που προκαλούσε ποικίλα αρνητικά σχόλια, προερχόμενα ιδίως από τους αντιπάλους του.


Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, τόσο ο λαός όσο και οι κωμοδιογράφοι, λάτρευαν να ασχολούνται με τα κουτσομπολιά των πολιτικών αρχηγών τους, γι’ αυτό και ο βίος του Περικλή με την Ασπασία, ήταν η αφορμή για να σχολιάζεται συνεχώς στις παραστάσεις της εποχής τους και να αποτελεί αντικείμενο αρνητικής κριτικής. Συχνά εμφανιζόταν η Ασπασία ως ο ηθικός αυτουργός των περισσοτέρων πολιτικών πράξεων του Περικλή.

Μετά τον νικηφόρο πόλεμο που διεξήγε ο Περικλής κατά των Σαμίων, όπου λίγο όμως έλειψε η πόλη των Σαμίων να αφαιρέσει την θαλασσοκρατία από την Αθήνα, οι αντίπαλοί του που τον φθονούσαν, ισχυρίζονταν πως αποφάσισε τον πόλεμο αυτό για χατίρι της Ασπασίας, γιατί η καταγωγή της ήταν από την γειτονική Μήλιτο που είχε χρόνια αντιπαλότητα με τους Σάμιους. Κατηγορούν δηλαδή τον Περικλή ότι τον πόλεμο κατά των Σαμίων τον αποφάσισε κυρίως εξαιτίας των Μιλησίων και για χατήρι της Ασπασίας!!!

Την περίοδο αυτή λοιπόν, όπου η δημοφιλία του Περικλή είχε μειωθεί, μπήκαν στο στόχαστρο των αντιπάλων του όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι του κύκλου του, όπως ο σπουδαίος δάσκαλός του και φιλόσοφος Αναξαγόρας, ο Φειδίας αλλά δυστυχώς  και η αγαπημένη του Ασπασία.


Την εγκάλεσε, σέρνοντάς την στα δικαστήρια ο κωμωδιοποιός Έρμιππος για ασέβεια και ότι δεχόταν ελεύθερες γυναίκες στο σπίτι της για χάρη του Περικλή.


Την Ασπασία κατάφερε να την απαλλάξει καταθέτοντας ο ίδιος ο Περικλής στο ακροατήριο του δικαστηρίου, χύνοντας πολλά δάκρυα υπέρ αυτής και παρακαλώντας τους δικαστές να την λυπηθούν, πράγμα σπάνιο για τον χαρακτήρα του και το ήθος του, αφού βασικός τρόπος έκφρασής του ήταν η δεινή επιχειρηματολογία και όχι ο υπερβολικός συναισθηματισμός.

Έπειτα όταν η Ασπασία ήταν 40 χρονών περίπου, δύο χρόνια μετά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου πέθανε ο αγαπημένος της Περικλής από την επιδημία του λοιμού που μάστιζε την Αθήνα.

Από εκεί και έπειτα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για τον βίο της Ασπασίας εκτός του ότι συνέχισε τις σπουδαίες δραστηριότητες της και συνέχιζαν οι επιφανείς και όχι μόνο, άντρες της εποχής της να την επισκέπτονται.  Ο θάνατός της, άγνωστο πως, φαίνεται να επήλθε περίπου το 400 π.Χ.


Λέγεται  μάλιστα ότι η Ασπασία έγινε τόσο ένδοξη και ονομαστή ώστε ο Κύρος, νέος τότε, που πολέμησε, στα Κούναξα το 401 π.Χ, τον αδερφό του βασιλιά των Περσών Αρταξέρξη για να αρπάξει τον θρόνο των Περσών, ονόμασε Ασπασία την γυναίκα του την οποία υπεραγαπούσε ενώ προηγουμένος την ονόμαζαν Μιλτώ!!

 

 

 

 

 

Ο Θουκυδίδης μεγάλωσε και ανδρώθηκε πριν την έναρξη του τρομερού Πελοποννησιακού Πολέμου. Λόγω της καταγωγής του και της συγγένειας του με τον σπουδαίο πατριώτη Κίμωνα, θαύμαζε αρχικά την ολιγαρχική παράταξη και τις ιδέες που εκπροσωπούσε.


Έπειτα γνώρισε εκ των έσω τον χρηστό τρόπο δημοκρατικής διακυβέρνησης από το εκλεκτό επιτελείο των αρίστων αντρών της παράταξης του Περικλή, στην οποία και ανήκε.


Τελικώς, όμως, είδε την πόλη του να παρακμάζει και την Δημοκρατία να μετατρέπεται σε οχλοκρατία από ανθρώπους ανεύθυνους που για να κατακτήσουν την εξουσία απλά κολάκευαν το πλήθος, όντας ανίκανοι να εκπονήσουν ένα σοβαρό σχέδιο διακυβέρνησης.


Ο Θουκυδίδης προσπαθεί να συλλάβει την ιστορική αλήθεια για να την καταστήσει εργαλείο στα χέρια κάθε μελλοντικού πολιτικού που θα έχει τη βούληση να τη μετουσιώσει σε ορθή πολιτική πράξη και να αποφύγει τα λάθη που διέπραξαν οι πολιτικοί της εποχής του.


Περιγράφει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο έχοντας στραμμένο το βλέμμα του στο μέλλον και με αυτό το πρίσμα χαρακτηρίζει το ιστορικό του έργο ως κτήμα ες αεί.

 

Θουκυδίδης

 

Όσο η φύση του ανθρώπου θα είναι αυτή που είναι, υπό όμοιες συνθήκες θα προκύπτουν όμοια αποτελέσματα.

 

 

 

 

"Ηττημένος δε ταις ΕΤΑΙΡΕΙΑΙΣ ο Κλεισθένης προσηγάγετο τον δήμον αποδίδους τω πλήθει τήν πολιτείαν ".....

Ηττημένος ο Κλεισθένης από τις ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ απευθύνθηκε στην δημοκρατική παράταξη με αντάλλαγμα την παράδοση της εξουσίας στον λαό.

Οι εταιρείες αυτές έμοιαζαν με τα σημερινά πολιτικά σωματεία τα οποιά ήταν " μυστικά " και αποτελούνταν μόνο από πλούσιους πολίτες που είχαν συντηρητικές και ολιγαρχικές καταβολές.

Μέσω των εταιρειών αυτών επεδίωκαν να πραγματωθεί ο κοινός τους σκοπός δηλαδή η παραμονή τους στο πολιτικό προσκήνιο και η διατήρηση του πλούτου τους, γι' αυτό πολλές φορές δρούσαν τόσο εναντίων των τυράννων όσο και εναντίων των Δημοκρατικών.

Ο τρόπος δράσης τους όπως καταλαβαίνουμε δεν ήταν καθόλου διαφανής και ελάμβαναν μυστικές αποφάσεις με τρόπο συνωμοτικό, οι οποίες εκτελούνταν μόνο από πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης του και επιρροής τους. Τις περισσότερες φορές οι πράξεις τους αυτές επηρέαζαν έντονα την πολιτική ζωή της Αθήνας αλλά δεν πετύχαιναν πάντα τον σκοπό τους.

 

 

Κλεισθένης, ο δημοκράτης μεταρρυθμιστής.

Ο Κλεισθένης γεννήθηκε περίπου το 565 π.Χ και πέθανε το 492 π.Χ, ήταν γιος του Μεγακλή και της Αγαρίστης και παππούς του ήταν από την μεριά της μητέρας του ο Κλεισθένης, ο Τύραννος της Σικυωνίας, της αρχαίας ελληνικής πόλης που ήταν κτισμένη στην περιοχή της Δυτικής Κορινθίας. Εκλέχθηκε επώνυμος άρχοντας της Αθήνας το 525 με 524 π.Χ.

 

Μετά την πτώση των Πεισιστρατίδων Τυράννων και την εξορία του Ιππία το 510 π.Χ συγκρούστηκε ο Ισαγόρας φίλος των Πεισιστρατίδων με τον Κλεισθένη που καταγόταν από το «καταραμένο» από το Κυλώνειο Άγος, γένος των Αλκμεωνιδών.

 

Όταν ο Κλεισθένης ηττήθηκε από τις πολιτικές εταιρείες απευθύνθηκε στη δημοκρατική παράταξη με αντάλλαγμα την παράδοση της εξουσίας στον λαό, δηλαδή να αλλάξει το πολίτευμα κάνοντάς το δημοκρατικότερο και δικαιότερο.

 


Έπειτα όμως ο Ισαγόρας, επειδή δεν είχε επιρροή στον λαό και μη έχοντας βρει άλλο νόμιμο τρόπο να διώξει τον Κλεισθένη ζήτησε τη βοήθεια του Βασιλιά των Λακεδαιμονίων Κλεομένη με το πρόσχημα πως θα τον βοηθούσε να καθαρίσει από την Αθήνα τους Αλκμεωνίδες, οι οποίοι ήταν μολυσμένοι από ιεροσυλία γιατί οι πρόγονοί τους συνετέλεσαν ώστε να σφαγούν οι οπαδοί του Κύλωνα μέσα στους Ιερούς Βωμούς ενώ βρίσκονταν εκεί ως ικέτες.

 

Ο Κλεισθένης όμως πληροφορηθείς τα σχέδια του Ισαγόρα πρόλαβε και έφυγε κρυφά από την πόλη για να σωθεί και όταν έφτασε ο Σπαρτιάτης Βασιλιάς με ολιγάριθμο στρατό στην Αθήνα δεν τον βρήκε αλλά έδιωξε 700 περίπου Αθηναϊκές οικογένειες αυτού του γένους ως ιερόσυλες.

 

 

Μετά την δεύτερη συνεχόμενη, ωμή παρέμβαση της Σπάρτης στα κοινά της Αθήνας με την βοήθεια Αθηναίων Πολιτικών ο Βασιλιάς Κλεομένης προσπάθησε να διορίσει στην εξουσία τον Ισαγόρα με τριακόσιους φίλους του.

 

 

Ο Αθηναϊκός λαός όμως απέναντι σε αυτές τις ωμότητες αντέδρασε έντονα και πλήθος κόσμου προσπάθησε να ανατρέψει τα σχέδια των συνωμοτών με αποτέλεσμα να τους εξαναγκάσουν σε υποχώρηση καταφεύγοντας στην Ακρόπολη όπου και τους πολιόρκησαν για δύο ημέρες. Την τρίτη ημέρα συνθηκολόγησαν αφήνοντας τον Βασιλιά Κλεομένη να φύγει και επανάφεραν στην Αθήνα τις εξόριστες οικογένειες.

 

 

Η νίκη αυτή ήταν πολύ σπουδαία για τη δημοκρατική παράταξη και για την ουσιαστική πάταξη του Τυραννικού Πολιτεύματος, επίσης, φάνηκε πως ο λαός ήθελε να πάρει την εξουσία στα χέρια του και να αποφασίζει ο ίδιος για το μέλλον της πόλης του.

 

 

Για τον σκοπό αυτό ο λαός διόρισε στην εξουσία τον καταλληλότερο άνθρωπο ο οποίος δεν γινόταν να ήταν άλλος από τον Κλεισθένη, ο οποίος, άλλωστε εκτός του ότι το είχε υποσχεθεί ήταν και ικανός να τα καταφέρει καθώς επίσης με τη δράση του είχε συμβάλλει καθοριστικά στην κατάλυση του Τυραννικού Πολιτεύματος.

 

 

Τον διόρισε ο λαός και για έναν ακόμη λόγο διότι οι Αλκμεωνίδες, αν και καταραμένοι, είχαν πολεμήσει επανειλημμένως τους Τυράννους, για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ είχαν και οι ίδιοι είχαν γευτεί την πικρία της εξορίας και γι' αυτό ενέπνεε εμπιστοσύνη.

 


Ο Κλεισθένης μεταρρύθμισε το πολίτευμα θεσπίζοντας κατάλληλους νόμους ώστε να διευρυνθούν τα πολιτικά δικαιώματα και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, με αυτόν τον τρόπο, προσπάθησε να αποφύγει μεν τη δημιουργία του φαινομένου του τοπικισμού και των κοινωνικο-οικονομικών διακρίσεων επιδιώχθηκε δε η δημιουργία αληθινού παναθηναϊκού αισθήματος " πατριωτισμού " και κοινωνικο - οικονομικής ταύτισης και ισότητας μεταξύ των πολιτών.

 


Επίσης, με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη έγινε και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό, τόσο για τα δεδομένα τόσο της εποχής του, όσο και για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία. Το ότι εφαρμόστηκαν και όχι απλά θεσπίστηκαν, δύο πολύ σημαντικά ατομικά συνταγματικά δικαιώματα απαραίτητα για τη εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Ισηγορία και η Ισονομία.

 

Στην Αθήνα την εποχή του Κλεισθένη κάθε πολίτης μπορούσε να εκφράσει ελεύθερα είτε την δυσπιστία του στην εκάστοτε εξουσία, είτε την εμπιστοσύνη του και να συμμετέχει στα κοινά με οποιονδήποτε τρόπο.

 


Μεταξύ άλλων, επειδή και ο Πεισίστρατος ο τύραννος, είχε αναρρηθεί στην εξουσία με δημοκρατικό πρόσχημα, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη και τη δίψα του λαού για πρόοδο και δημοκρατία, σφετερίσθηκε αυτήν μετατρέποντας το πολίτευμα σε Τυραννία, ψηφίσθηκε και ο νόμος του εξοστρακισμού ο οποίος εξέφραζε την δυσπιστία των πολλών εναντίον των πλούσιων ισχυρών που θα μπορούσαν να γίνουν Τύραννοι και να καταλύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα.

 

 

 

Πεισιστρατίδες 527 - 510 π.Χ.

Πεισιστρατίδες αποκαλούνται τα παιδιά του τύραννου Πεισίστρατου, ο Ιππίας και ο Ίππαρχος τα οποίο και απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα και ο Ιοφώντας με τον Ηγήστρατο από την δεύτερη, τα οποία τον διαδέχθηκαν στην εξουσία μετά τον θάνατό του το 527 π.Χ.

 

Κυβέρνησαν συνετά τους Αθηναίους έχοντας ως πρότυπο τον τρόπο διοίκησης του πατέρα τους και κατάφεραν να κρατήσουν την τυραννική εξουσία για 17 ολόκληρα χρόνια έως το 510 π.Χ. Εισέπρατταν ως μοναδικό φόρο μόνο το ένα εικοστό των εισοδημάτων των πολιτών ωστόσο όμως κατάφερναν να διακοσμήσουν την πόλη όμορφα, να κερδίζουν πολέμους και να προσφέρουν μεγαλοπρεπείς θυσίες στα Ιερά. Η περίοδος διακυβέρνησης των Πεισιστρατίδων συμπίπτει χρονικά με την περίοδο όπου βασίλευε στην Περσία ο Μέγας Βασιλιάς Δαρείος Α' που θεωρούταν ένας από τους ικανότερους βασιλιάς της Περσίας και ήταν αυτός που οργάνωσε την Α' Περσική εισβολή εναντίον της Ελλάδας το 492-490 π.Χ.

 

Λέγεται πως επικεφαλής των Πεισιστρατίδων ήταν ο Ιππίας και πως είχε περίπου τις ίδιες πολιτικές ικανότητες με τον πατέρα του δηλαδή  αν και ήταν τύραννος κατάφερνε να διοικεί σωστά κρατώντας τις ισορροπίες, γεγονός το οποίο τον έκανε να φαίνεται αλλά και να είναι συνετός και αρεστός στον λαό.

 

Ο Ίππαρχος είχε πιο ανέμελο και φιλότεχνο χαρακτήρα με ροπή προς τον έρωτα και του άρεσε να συναναστρέφεται με τους διασημότερους καλλιτέχνες της εποχής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχε και αυτός σπουδαίες διοικητικές ικανότητες και ήταν απαραίτητος στον αδερφό του τον Ιππία.

 

Από την άλλη μεριά, αυτός που αν και μικρότερος ηλικιακά κατάφερε να προξενήσει τα μεγαλύτερα δεινά στην δυναστεία, λόγω της απρεπούς του συμπεριφοράς και του αναίσχυντου χαρακτήρα του, ήταν ο Ηγησίστρατος. Αυτός ήταν λοιπόν, ο Ηγησίστρατος, προκάλεσε όλα τα προβλήματα στην δυναστεία, γιατί αφού ερωτεύτηκε τον Αρμόδιο χωρίς να βρει ανταπόκριση δεν υποχώρησε αφήνοντάς τον ελεύθερο, αλλά φρόντιζε κάθε φορά να προκαλεί αυτόν και να τον προσβάλλει.

 

Έτσι, ενώ προετοιμαζόταν η αδερφή του Αρμόδιου να συμμετάσχει στην πομπή των Παναθηναίων, το καλοκαίρι του 514 π.Χ, της το  απαγόρευσε και την έδιωξε λέγοντάς της πως γίνεται αυτό, επειδή ο αδερφός της ήταν γυναικοτός. Αυτή η πράξη ήταν η σταγώνα που ξεχύλισε το ποτήρι, εξόργισε τον Αρμόδιο ο οποίος μαζί με τον Αριστογίτονα αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν, όμως, μία λάθος εκτίμηση των γεγονότων, οδήγησε στην δολοφονία του Ίππαρχου, του πολύτιμου συνεργάτη αλλά και αδερφού του επικεφαλής Ιππία.

 

Το ζευγάρι αυτό, ο Αρμόδιος και ο Αριστογίτονας, στα χρόνια της δημοκρατίας έγινε σύμβολο της αντίστασης κατά της τυραννίας και υπέρ της εδραίωσης της Δημοκρατίας. Τιμήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες όσο κανένας άλλος ήρωας. Στην πραγματικότητα όμως, έγιναν Τυραννοκτόνοι για λόγους προσωπικής εκδίκησης και αντιζηλίας χωρίς να έχουν ως σκοπό να ανατρέψουν το πολίτευμα.

 

Από τον θάνατο του Ίππαρχου, το 514 π.Χ, ο Ιππίας, κυβέρνησε 4 Χρόνια περίπου κάνοντας την Τυραννία πιο σκληρή και αυστηρή γιατί φοβόταν πλέον για τη ζωή του. Τα πρώτα μέτρα που έλαβε ώστε να εξασφαλίσει την ασφάλειά του ήταν να εξορίσει όλους τους εχθρούς του ενώ μερικούς άλλους τους θανάτωσε, έπειτα, κυρίως λόγω αυτών των γεγονότων, αλλά και του επεκτατισμού των Περσών σε συνδυασμό με την αντιπολιτευτική πολιτική των Αλκμεωνίδων αποφάσισε να μεταφέρει το κέντρο της εξουσίας του στην Μουνυχία, σε ένα ύψωμα στρατηγικής σημασίας στον Πειραϊκό Κόλπο.

 

Ενώ προσπαθούσε να οχυρωθεί στην Μουνυχία και πριν ολοκληρώσει τις ενέργειές του, του επιτέθηκαν οι Σπαρτιάτες, πρώτα από τη θάλασσα με αρχηγό τον Αγχιμόλοχο, τον οποίο και ενίκησε με την βοήθεια του Κινέα του Θεσσαλού, που είχε μαζί του χίλιους ιππείς.

 

Οι Σπαρτιάτες όμως δεν το έβαλαν κάτω, εξεστράτευσαν εναντίον του και δεύτερη φορά, περισσότερο οργισμένοι και αποφασισμένοι, δια του εδάφους, παρουσία και του Βασιλιά τους Κλεομένη. Αυτός, ο Βασιλιάς Κλεομένης, αφού νίκησε το θεσσαλικό ιππικό, πολιόρκησε βοηθούμενος και από Αθηναίους δυσαρεστημένους πολίτες, τον Ιππία που είχε αποκλεισθεί με την οικογένειά του στην Ακρόπολη και τον εξανάγκασε να συνθηκολογήσει, με απώτερο σκοπό να σωθούν τα παιδιά του, υπό τον όρο, να αφήσει την εξουσία του και να φύγει εντός προθεσμίας 5 ημερών μαζί με όλα του τα υπάρχοντα το έτος 510 π.Χ.

 

 

Μετά από αυτή τη συμφωνία έφυγε και πήγε πρώτο στο Σίγειο, έπειτα, πήγε στον Αιαντιδη στη Λάμψακο και από εκεί στον Βασιλιά Δαρείο Α', όπου είκοσι χρόνια αργότερα, γέροντας πια, ακολούθησε τους Πέρσες στην εκστρατεία του Μαραθώνα εναντίων των Ελλήνων. Για την ακριβή ημερομηνία θανάτου του και τις συνθήκες με τις οποίες επήλθε αυτός δεν έχουμε έως σήμερα σαφείς πληροφορίες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   

 

 

Ο Πεισίστρατοςήταν γόνος αριστοκρατικής και πλούσιας οικογένειας. Ο Πατέρας του λεγόταν Ιπποκράτης και η μητέρα του ήταν ξαδέρφη της μητέρας του Σόλωνα. Η καταγωγή του κρατούσε από την Πύλο και τον Νηλέα, είχαν δηλαδή τους ίδιους προγόνους με τη γενιά του Μεγάλου Βασιλιά Κόδρου και του Μελάνθου που στο παρελθόν αν και ξενοφερμένοι έγιναν βασιλιάδες της Αθήνας.

Έτσι για να μην ξεχαστεί η καταγωγή τους ο Ιποκράτης, ο πατέρας του, του έδωσε το όνομα του γιου του Νέστορα, του Πεισίστρατου.Απέκτησε συνολικά τέσσερα παιδιά, δύο από τη νόμιμη σύζυγό του, τον Ιππία και τον Ίππαρχο και δύο από την Τιμώνασσα τον Ιοφώντα και τον Ηγησίστρατο τον επονομαζόμενο Θέτταλο.

Το πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα την χρονική περίοδο που διήνυε την νεαρή του ηλικία ήταν ταραχώδες και γεμάτο εμφύλιες διαμάχες που λόγω των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων είχαν φτάσει στα άκρα.

Όταν λοιπόν ο Πεισίστρατος βρισκόταν στην εφηβική του ηλικία ο Σόλωνας είχε εκλεγεί επώνυμος άρχων των Αθηνών και θέσπισε τη γνωστή νομοθεσία του και επέβαλλε τη Συσάχθεια. Τα μέτρα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να κάνουν το πολίτευμα δημοκρατικό και ο λαός να ηρεμήσει έστω και προσωρινά.

Την δεκαετία που έλειπε ο Σόλωνας επειδή τα μέτρα που επέβαλε δεν ευχαρίστησαν πλήρως τους φτωχούς, που ήταν και οι πολυπληθέστεροι, αλλά ούτε και τους πλούσιους, οι διαμάχες αναζωπυρώθηκαν και ο καθένας προσπαθούσε με κάθε τρόπο να επιβάλλει την κυριαρχία του στους άλλους.

Στην Αθήνα εκείνη την περίοδο είχαν επικρατήσει τρία κόμματα που διεκδικούσαν την εξουσία.

1) Το κόμμα των "Παραλίων" που ήταν και το μετριοπαθέστερο, δηλαδή, κυρίως των εμπόρων με αρχηγό τον Μεγακλή του Αλκμέωνος και εντολέας της σφαγής των οπαδών του Κύλωνα, στον Ιερό Βωμό της Ακρόπολης.

2)Το κόμμα των Κάμπιων, οι οποίοι διέθεταν μεγάλη ακίνητη περιουσία, είχαν ως αρχηγό τον Λυκούργο και επιθυμούσαν την ολιγαρχία,και

3) Το κόμμα των Βουνίσιων δηλαδή των αγροτών και των βοσκών που είχαν ως αρχηγό τους τον Πεισίστρατο.

Αφού αυτό ήταν το κλίμα της εποχής, ο Πεισίστρατος, ο οποίος είχε ήδη διακριθεί στη μάχη της Νίσαιας και είχε γίνει πολύ αγαπητός λόγω της γενναιότητας που επέδειξε, μάζεψε εύκολα μεγάλο μέρος των πολιτών με το μέρος του με το πρόσχημα ότι θα γίνει προστάτης των αγροτών, των εργατών και των βοσκών, δηλαδή των πολλών και φτωχών. Στην πραγματικότητα όμως απέβλεπε στην Τυραννία.

Για να το πετύχει αυτό, το 560 π.Χ λέγεται πως αυτοτραυματίστηκε στο πόδι όταν τάχα πήγαινε στους αγρούς και παριστάνοντας τον πανικόβλητο μετά από υποτιθέμενη επίθεση εχθρών οι οποίοι μάλιστα αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν, μπήκε στον δήμο και ζητούσε από τον λαό να του δώσει μία σωματοφυλακή που θα τον προστατέψει και θα το βοηθήσει στον αγώνα κατά των κακών πλούσιων ολιγαρχικών.

Ο λαός τον πίστεψε και του έδωσε 50 από τους καλύτερους άντρες του που ονομάσθηκαν ροπαλοφόροι γιατί κρατούσαν ξύλινα ραβδιά και οι ίδιοι έπειτα εξελίχθηκαν σε πιστό στρατό του Πεισίστρατου και ξεσηκώθηκαν μαζί του καταλαμβάνοντας την Ακρόπολη.

Ο μόνος που κατάλαβε τον πραγματικό του σκοπό και τον λόγο για τον οποίο χρειαζόταν τους σωματοφύλακες ήταν ο σοφός Σόλωνας, όπου παρά το γήρας του και το κλίμα τρομοκρατίας που επικρατούσε στην Αθήνα τον διέψευσε αμέσως και ευθαρσώς ενώπιον του λαού χωρίς όμως να πείσει κανέναν και έπειτα κατέβαινε κάθε μέρα στην αγορά και παρότρυνε τους πολίτες να αντισταθούν στην Τυραννία και να υπερασπιστούν με κάθε τρόπο την Δημοκρατία. Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει το έργο του και μετά από λίγο καιρό πέθανε από φυσικά αίτια.

Έτσι λοιπόν ο Πεισίστρατος κατάφερε να γίνει Τύραννος των Αθηνών παραπλανώντας τους πολίτες στην πράξη όμως, ούτε τις αρχές που υπήρχαν πείραξε ούτε να άλλαξε τους θεσμούς. Επίσης είναι από τους λίγους Τυράννους που κατάφερε να κυβερνήσει με σεβασμό προς τους νόμους χωρίς στην πραγματικότητα να μοιάζει με Τύραννο.

Μετά από πέντε χρόνια από την εγκαθίδρυση της Τυραννίας, δηλαδή το 555 π. Χ οι στασιαστές του Μεγακλή και του Λυκούργου, έριξαν από την εξουσία τον Πεισίστρατο εξαναγκάζοντας τον να φύγει από την Αθήνα. Οι μοίρες όμως δεν είχαν προβλέψει η φυγή του να είναι οριστική και να εξαφανιστεί ο Πεισίστρατος από την πολιτική σκηνή της Αθήνας, το αντίθετο μάλιστα έμελλε να την επηρεάσει πολύ και χαραχθεί με ανεξίτηλα γράμματα το όνομά του στις σελίδες της αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας.

Επειδή η συνωμοσία ανεβάζει κυβερνήσεις όμως η διχόνοια τις ρίχνει δεν άργησαν πολύ και αυτοί να φαγωθούν μεταξύ τους και ο Μεγακλής ο οποίος ανήκε στο γένος των Αλκμεωνιδών που ήξερε από πολιτικούς ελιγμούς πρότεινε στον εξόριστο Πεισίστρατο να πάρει για γυναίκα του την κόρη του με αντάλλαγμα να τον κάνει πάλι Τύραννο.
Ο Πεισίστρατος δέχτηκε την πρόταση αμέσως, μηχανεύτηκε όμως και ένα σχέδιο που θα έκανε την επιστροφή του ευκολότερη:

Στο δήμο της Παιανίας ζούσε μια γυναίκα που το όνομά της ήταν Φύη, η οποία φημιζόταν για το μεγάλο της ύψος και την ομορφιά της. Λέγεται σύμφωνα με τον μύθο πως την γυναίκα αυτή, αφού της έδειξαν πως να συμπεριφέρεται, την έντυσαν κατάλληλα και της είπαν να υποκριθεί την Θεά Αθηνά που θα προμηνύει τον ερχομό του Πεισίστρατου και που θα συμβουλεύει τους Αθηναίους να τον δεχτούν με τιμές.

Όταν με το τρόπο που είπαμε πήρε πίσω την τυραννίδα ο Πεισίστρατος με τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Μεγακλή επειδή ο ίδιος είχε ήδη μεγάλα αγόρια και υπήρχε για τους Αλκμεωνίδες η φήμη πως ήταν ακόμα καταραμένοι δεν ήθελε να αποχτήσει από την καινούργια του γυναίκα παιδιά και έσμιγε μαζί της παρά φύση για να μην αφήσει απογόνους από το καταραμένο γένος των Αλκμεωνίδων.
Το γεγονός αυτό το κρατούσε η γυναίκα του στη αρχή κρυφό, όμως ύστερα, είτε γιατί την πήρε από λόγια η μάνα της είτε όχι, της το λέει και έπειτα αυτή το λέει στον άνδρα της, τον Μεγακλή. Εκείνος το πήρε βαριά που τον ατίμαζε ο Πεισίστρατος και πάνω στον θυμό του τα ξαναβρήκε με τον πολιτικό του αντίπαλο τον Λυκούργο.

Μόλις ο Πεισίστρατος έμαθε τι σχεδίαζαν εις βάρος του σηκώθηκε και έφυγε από τη χώρα με όλους τους δικούς του και προσπάθησε προσπάθησε να πάρει πίσω την εξουσία και να κυβερνήσει μια για πάντα την Αθήνα. ΄
Έτσι άρχισε αμέσως να μαζεύει χρήματα και δωρεές από τις πόλεις που κατά κάποιο τρόπο του ήταν υπόχρεες με την Θήβα να δίνει τα περισσότερα.

Ξεκίνησε από την Ερέτρια και γύρισε πίσω στην Αθήνα μέσα στον ενδέκατο χρόνο. Πρώτα πρώτα κυρίευσε τον Μαραθώνα και στο τέλος νίκησε τους αντιπάλους του κοντά στον Ναό της Παλλινίδος Αθηνάς. Έτσι εξασφάλισε την Τυραννική εξουσία και αμέσως μετά κατέλαβε τη Νάξο.

Κατά αυτό τον τρόπο λοιπόν εγκαθίδρυσε την τυραννία του ο Πεισίστρατος και κυβέρνησε την πόλη με μετριοπάθεια σεβόμενος τους νόμους παρά το γεγονός ότι ήταν Τύραννος και μπορούσε να τους παραβιάσει όποτε ήθελε.

Θεωρούταν από τους αρχαίους φιλάνθρωπος, ήπιος και επιεικής προς τους ενόχους, ενώ ταυτόχρονα θεωρούταν και ένας σοβαρός πολιτικός μεταρρυθμιστής. Μια σημαντική μεταρρύθμιση ήταν η προκαταβολή του μισθού των πτωχών ως δάνειο για την εργασία τους με τέτοιο τρόπο ώστε να συντηρούνται κυρίως από την καλλιέργεια της γης. Και αυτό το έπραξε κυρίως για δύο λόγους:
1) για να βρίσκονται διασκορπισμένοι στην εξοχή εκτός της πόλεως ώστε να μην μπορούν να ασχολούνται με τις υποθέσεις του κράτους αφού θα έχουν οικονομική επάρκεια και θα είναι προσκολλημένοι στη δουλειά τους, και
2) με αυτόν τον τρόπο αυξήθηκαν και τα έσοδα του κράτους γιατί εισέπραττε φόρο από τα προϊόντα. Για αυτό το σκοπό, ήτοι την είσπραξη των εσόδων, διόρισε και τους δικαστές των δήμων.
Ως ηγέτης σκοπούσε να μην στενοχωρεί τον λαό του, απεναντίας του εξασφάλιζε πάντα την ειρήνη και φρόντιζε για την ησυχία του.
Σε όλα ήθελε να κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους χωρίς να κρατεί κανένα πλεονέκτημα για τον εαυτό του. Κάποτε μάλιστα που κατηγγέλθη για ανθρωποκτονία ενώπιον του Αρείου Πάγου ο ίδιος παρουσιάστηκε για να απολογηθεί αλλά ο μηνυτής φοβήθηκε και δεν ήρθε.
Έμεινε στην εξουσία πολύ καιρό και επανερχόταν με ευκολία γιατί και με την πλειοψηφία των ευγενών ήταν συμφιλιωμένος αλλά και με τους φτωχούς, γιατί τους εξυπηρετούσε στις δουλείες τους.
Έτσι κατάφερνε να είναι αρεστός και στις δύο πολιτικές παρατάξεις και να κυβερνήσει την Αθήνα όσο το δυνατόν γινόταν δικαιότερα επιδιώκοντας την ειρηνική συμβίωση και συμφιλίωση μεταξύ των πολιτών.

Ο Πεισίστρατος πέθανε το 528 π.Χ ευτυχισμένος λόγω του προχωρημένου τη ηλικίας του από βαθιά γεράματα.

 

 

Αφού ο Σόλων θέσπισε την δικαιότερη  νομοθεσία που μπορούσε να θεσπίσει στην Αθήνα κάνοντας το πολίτευμα δημοκρατικότερο και επιβάλοντας την γνωστή σε όλους μας Σεισάχθεια, πήρε άδεια από τους Αθηναίους για να λείψει από την πόλη για 10 χρόνια ελπίζοντας όσο χρόνο θα ταξιδεύει να στεριόσουν οι νόμοι του.


Μεταξύ άλλων πόλεων, ταξίδεψε και στην Λυδία, στις Σάρδεις όπου και συνάντησε τον πάμπλουτο Βασιλιά Κροίσο. Λένε λοιπόν πως όταν ο Σόλωνας εφτασε στις Σάρδεις μετά από κάλεσμα του ίδιου του Βασιλιά, ενυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την πολυτέλεια της βασιλικής αυλής και του εντυπωσιακού τρόπου ενδυμασίας των αρχόντων, τους οποίους ακολουθούσαν πάντα πολλοί υπηρέτες, έτσι ώστε να μην μπορεί να διακρίνει ποιος απ' όλους πραγματικά ήταν ο Βασιλιάς Κροίσος μέχρι που τον οδήγησαν σε αυτόν.


Ο Κροίσος ήταν ντυμένος με ότι πιο ακριβό χρωματιστό και εκκεντρικό ένδυμα που υπήρχε, στολισμένο με πολύτιμους λίθους και περίεργα χρυσά κοσμήματα ώστε να έχει μεγαλοπρεπή εμφάνιση και να κάνει τη μεγαλύτερη δυνατή εντύπωση στον Σόλωνα.


Μάται όμως, ο Σόλωνας όχι μόνο δεν εξεπλάγη καθόλου αλλά παρέμεινε ανέκφραστος με τέτοιο τρόπο που όλοι κατάλαβαν πως περιφρονεί την πολυτέλεια αυτή και την καλαισθησία. Όταν το κατάλαβε αυτό ο Βασιλιάς Κροίσος διέταξε να του ανοίξουν αμέσως τους θησαυρούς με τα πλούτη του και να δείξουν γρήγορα όλα τα υπολοιπα πολυτελή  αντικείμενα και τον πλούτο  που του περίσευε και δεν  είχε καμία ανάγκη.


Αφού λοιπόν τα είδε όλα αυτά και οδηγήθηκε πάλι πίσω στον βαιλιά τον ρώτησε με αυταρέσκεια ο Κροίσος αν είδε ποτέ άνθρωπο πιο ευτυχισμένο από αυτόν. Ο Σόλων όμως αμέσως του απάντησε πως ναι και αυτός ήταν ο συμπολίτης του ο Τέλλος ο οποίος ήταν άντρας δίκαιος και άφησε γιους έντιμους στην πόλη και περιουσία επαρκή για τη διαβίωσή τους και το κυριότερο είχε ένδοξο τέλος τιμοντας την πατρίδα του...


Μα η απάντηση αυτή δεν άρεσε καθόλου στον Κροίσο και μάλιστα του φάνηκε πως ο Σόλωνας ήταν κάπως αλλόκοτος άνθρωπος και αγροίκος επειδή δεν λαμβάνει ως μέτρο της ευτυχίας το χρυσάφι και την εξουσία ενός βασιλιά αλλά ζηλεύει την ζωή και τον θάνατο ενός απλού φτωχού ανθρώπου. Εν τούτοις τον ρώτησε ξανά, αν μετά τον Τέλλο γνώρισε άλλον άνθρωπο πιο ευτυχισμένο από αυτόν.


Τότε ο Σόλων, είπε πάλι ναι, είπε πως γνώσρισε τον Κλεόβη και τον Βίτωνα που ήταν αδέρφια, αγαπημένα από καλή οικογένεια που αγαπούσαν πολύ  τη μητέρα τους. Γιατί αυτοί Αργείοι στην καταγωγή, ήταν αρκετά ευκατάστατοι και είχαν σώμα δυνατό και οι δύο κέρδισαν αθλητικές νίκες και σύμφωνα με έθιμο έπρεπε να μεταφέρουν τη μητέρα τους με την άμαξα στο ιερό της Ήρας αλλά επειδή τα βόδια αργούσαν σήκωσαν την άμαξα μόνοι τους πράγμα που άρεσε στους συμπολίτες τους.

 

Αφού έφτασαν στο ιερό και πρόσφεραν θυσία και αφού έφαγαν, κοιμήθηκαν το βράδυ χωρίς να ξυπνήσουν την επόμενη μέρα. Πέθανα δηλαδή χωρίς πόνο και λύπη αφού είδαν τόση δόξα.

 

Όπως είναι φυσικό και αυτή η δεύτερη απάντση δεν άρεσε καθόλου στον Βασιλιά Κροίσο, διότι, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είναι δυνατόν να συμβεί να μην ταυτίζονται τα αμύθιτα πλούτη με την πραγματική ευτυχία. Έτσι μην έχοντας πλέον την υπομονή  να επαναλάβει την ίδια ερώτηση του απεύθυνε οργησμένα και με μανία την εξής ερώτηση:  Τελικά εμένα με συγκαταλέγεις  στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους του κόσμου;;!!!!!

Ο Σόλων μη θέλων ούτε να τον κολακεύσει ούτε να τον νευριάσει περισσότερο αλλά να του εκφράσει την αληθινή του σκέψη είπε τη φράση "Μηδένα προ από του τέλους μακάριζε", εξήγοντας τα εξής:


Βασιλιά των Λυδών στους Έλληνες ο θεός τα έδωσε όλα με μέτρο και επίσης χάρη στο μέτρο αυτό έχουμε κατά καποιο τρόπο και σεμνή σοφία. Αυτή η σοφία παρατηρεί, πως ο ανθρώπινος βίος υπόκειται σε πολλες δοκιμασίες και αλλαγές και δεν μας αφήνει να καμαρόνουμαι για τα υπάρχοντα αγαθά ούτε να θαυμάζουμε την ευτυχία ανθρώπου που είναι δυνατόν με τον καιρό να μεταβληθεί.


Διότι το μέλλον είναι αβέβαιο και διαφέρει ως προς τον καθενα και θεωρούμαι ευτυχισμένον αυτόν στον οποίο ο θεός απέμεινε την ευτυχια μέχρι το τέλος της ζωής του. Όσον αφορά εκείνον που ζει ακόμα και κινδυνεύει στη ζωή του η ευτυχία του είναι αβέβαιη και επισφαλής όπως η βράβευση του αθλητή όσο αγωνίζεται. Αφού είπε αυτά ο Σόλωνας έφυγε στεναχωρόντας τον Κροίσο χωρίς όμως να το σωφρονίσει.


Τότε έτυχε να είναι προσκεκλημένος του Κροίσου και ο Αίσωπος ο οποίος λυπήθηκε που έφυγε έτσι ο Σόλωνας και για να τον παρηγορήσει του είπε : Με τους βασιλιάδες Σόλων πρέπει κανείς να συναναστρέφεται όσο μπορεί κανείς λιγότερο ή όσο μπορεί πιο ευχάριστα. Όχι του απάντησε ο Σόλων αλλά πρέπει όσο τον δυνατόν λιγότερο ή όσο το δυνατόν πιο ωφέλιμα.


Με αυτόν τον τρόπο περιφρόνησε τον Σόλωνα ο Κροίσος, όμως, αφού πολέμησε με τον Κύρο και έχασε στην μάχη την πρωτεύουσά του, τον πλούτο του και το πιο σημαντικό την ελευθερία του, τοποθετημένος στην κορυφή των ξύλων λίγο πριν τον κάψει ζωντανό ο Κύρος, παρουσία ενώπιον όλων των Περσών και του Κύρου φώναξε δυνατά τρεις φορές Σόλων! Σόλων! Σόλων!


Απόρησε ο Κύρος ακούγοντας αυτό το όνομα και τους έστειλε να ρωτήσουν αν αυτός ήταν θεός ή καποιος άνθρωπος. Ο Κροίσος του διηγήθκε αμέσως όλη την ιστορία και πως θεωρει ότι είναι ένας από τους πιο σοφούς ανθρώπους που γνώσρισε ποτέ!!!!

 


Τον θαύμασε και ο Κύρος τον Σόλωνα πολυ που είδε να επιβεβαιόνεται ο λόγος του και γι' αυτό ελευθέρωσε και τον Κροίσο.

 

 

Ο Σόλωνας γεννήθηκε το 639 π.Χ στην Αθήνα δηλαδή, 160 περίπου χρόνια πριν γεννηθούν οι άλλοι μεγάλοι πολιτικοί της Αθήνας όπως ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Κίμωνας ο Περικλής κ.α.

  

Ήταν ο πρώτος μεγάλος και δικαιότερος νομοθέτης που τροποποίησε με σύνεση  την νομοθεσία αλλά και τις συνήθειες των Αθηναίων πολιτών, υπερασπιζόμενος τα φτωχά κοινωνικά στρώματα. Είναι ο νομοθέτης που πραγματικά προσπάθησε να συμβιβάσει όλες τις κοινωνικές τάξεις και που πολύ θα θέλαμε να ζει σήμερα για να μας βοηθήσει με την σοφία του.

  

Ο πατέρας του λεγόταν Εξηκεστίδης, ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και ήταν απόγονος του Βασιλιά Κόρδου, ανήκε όμως στη μεσαία οικονομική τάξη και δεν διέθετε καμία μεγάλη χρηματική περιουσία. Η μητέρα του ήταν ξαδέρφη του Τυράννου Πεισίστρατου.

  

Ο πατέρας του δεν ήταν καλός στην οικονομική διαχείριση της περιουσίας του και λέγεται πως τα είχε ξοδέψει σχεδόν όλα σε φιλανθρωπίες και δωρεές ώστε ο Σόλωνας από την νεαρή του ηλικία δούλεψε σκληρά για να εξασφαλίσει την διατροφή και τη διαβίωσή του.

 

 

Για να καταφέρει να επιβιώσει στράφηκε στο εμπόριο, όχι όπως είπαμε για να πλουτίσει σε χρυσάφι αλλά για να ταξιδέψει και να αποκτήσει πείρα επεκτείνοντας τον γνωστικό του  πλούτο, καθώς αυτός ήταν που είπε και την περίφημη φράση που χρησιμοποιείτε έως σήμερα εδώ και 2.650 χρόνια!!! « Γηράσκειν Αεί Πολλά Διδασκόμενος» !!!

 

Τοποθετούσε τον εαυτό του στους φτωχούς και στους ανθρώπους που είναι υποχρεωμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν και ξόδευε τα χρήματά του τόσο για την μόρφωσή του, όσο και για την καλοπέρασή του γιατί όπως έλεγε, επειδή το εμπόριο είναι επικίνδυνη δουλειά πρέπει να γλεντάς και τη ζωή σου και να καλοπερνάς. Ταυτοχρόνως τον απασχολούσε και η ποίηση, αλλά δεν την χρησιμοποιούσε εξ αρχής για κάποιο ανώτερο σκοπό αλλά για να παίζει και να διασκεδάζει τον εαυτό του.

 

Ο Σόλωνας ήταν άνθρωπος που ήξερε να παίρνει δύσκολες αποφάσεις και παρά την απαγόρευση που υπήρχε έπεισε, με την βοήθεια της ελεγειακής ποίησης  τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν στην Σαλαμίνα εναντίον των Μεγαρέων που την διεκδικούσαν. Αυτοί αφού πείσθηκαν τον όρισαν στρατηγό και τους οδήγησε στη νίκη. Οι πράξεις του αυτές τον έκαναν διάσημο και ιδιαίτερα συμπαθή σε όλους του πολίτες.

 

 

Έπειτα λόγω των αναταραχών που προκάλεσε το γνωστό  Κυλώνειο Άγος, οι πολίτες είχαν χωριστεί σε δύο εχθρικές μεταξύ τους παρατάξεις και ο Σόλων που είχε κερδίσει μεγάλη υπόληψη κατάφερε να μπει στη μέση και να πείσει τους Αλκμεωνίδες να δικαστούν δικαίως από 300 άριστους δικαστές ώστε να λήξη η διαμάχη, ώστε να ζήσουν ειρηνικά και να σταματήσουν οι εμφύλιες εχθροπραξίες για το καλό της πόλης.

 

 Μετά τη δίκη όπου τιμωρήθηκαν με εξορία οι συμμετέχοντες στη σφαγή των επαναστατών μέσα στα ιερά, επικράτησε φόβος και μεγάλη δεισιδαιμονία μεταξύ των πολιτών, ήτοι ότι υπάρχουν φαντάσματα στην πόλη και οι ιερείς κήρυτταν πως υπάρχει ανάγκη καθαρμού της πόλης. Γι’ αυτό, κάλεσαν τον Σοφό Κρητικό Ιερέα Επιμενίδη ο οποίος τους βοήθησε να εξαγνιστεί η πόλη και έπειτα συνεργάσθηκε με τον Σόλωνα για την σύνταξη της νομοθεσίας.

  

Έπειτα όμως από όλες αυτές τις ενέργειες και τις προσπάθεις ώστε να κοπάσουν οι ταραχές και να συμφιλιωθεί η πόλη οι Αθηναίοι ξανάρχισαν τις παλιές διαμάχες για τον έλεγχο του πολιτεύματος. Σε όσα μέρη χωριζόταν το έδαφος της χώρας σε τόσα κομμάτια διαιρέθηκαν και οι πολίτες.

 

Δηλαδή στους:

1) « Διάκριους» , οι οποίοι ήταν αγρότες και βοσκοί, κύριοι μικρής υποθηκευμένης ιδιοκτησίας και αποτελούσαν τη φτωχότερη τάξη, υποστήριζαν φανατικά τη δημοκρατία, τη διαγραφή των χρεών και την αναδιανομή της γης.


2) Στους «Πεδινούς» οι οποίοι ήταν πλούσιοι κτηματίες και  αριστοκράτες όπου επιθυμούσαν την διατήρηση του υπάρχοντος συστήματος και


3) στους «Πάραλους» που ήταν αυτοί που κατοικούσαν στα παραλιακά μέρη και ασχολούνταν με το εμπόριο και θέλανε ανάμεικτο τύπο πολιτεύματος μην αφήνοντας ούτε τον ένα ούτε τον άλλο να επικρατήσει.

 

 Επειδή τότε η ανισότητα ανάμεσα σε πλούσιους και τους φτωχούς είχε φτάσει στον ανώτερο βαθμό το κράτος δεν πήγαινε καθόλου καλά, πολλοί πουλούσαν τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους στους πλούσιους για να ζήσουν και υποθήκευαν μέχρι και τα σώματά τους, δηλαδή, γινόντουσαν δούλοι. Για να αποκατασταθεί αυτή η αδικία μοναδικός τρόπος φαινόταν η εγκαθίδρυση Τυραννικού Πολιτεύματος από έμπιστο άνθρωπο που θα ξαναμοιράσει τη γη.

  

Έτσι διάλεξαν τον Σόλωνα που περιβαλλόταν με μεγάλη εμπιστοσύνη, πλην όμως, αυτός ,αρνήθηκε να γίνει τύραννος και να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία, γιατί όπως έλεγε η Τυραννία είναι καλός τόπος αλλά δεν έχει ποτέ καλή έξοδο. Έτσι, το 594 π.Χ μετά τον Φιλόμβροτο τον εξέλεξαν όχι μόνο άρχοντα της πόλεως αλλά συμβιβαστή και νομοθέτη τους.

 

Νομοθέτησε με δίκαιο τρόπο χωρίς να χαρίζεται περισσότερο στους πλούσιους, αλλά ούτε και στους φτωχούς. Για να μην συνταράξει την πόλη και δημιουργηθούν πάλι μεγάλες αναταραχές έκανε ότι μπορούσε να τους πείσει με την λογική και επέβαλλε κυρίως αυτά που θα τα υπόμεναν όλοι. Γι’ αυτό, όταν αργότερα ρωτήθηκε αν επέβαλλε τους καλύτερους νόμους απάντησε: Ναι, επέβαλλα του καλύτερους από αυτούς που θα μπορούσαν να δεχτούν.

 

Πρώτη και μεγαλύτερη πράξη αλλαγής η οποία νομοθετήθηκε γραπτώς και που θα ζηλεύαμε μέχρι και σήμερα ήταν η Σεισάχθεια, δηλαδή η κατάργηση των χρεών. Αμέσως κατάργησε τους νόμους του Δράκοντα επειδή ήταν πολύ αυστηροί και βίαιοι.

 

Επέβαλλε διαθρωτικές αλλαγές στην Αθηναϊκή νομοθεσία κάνοντας το πολίτευμα δημοκρατικότερο και δίνοντας την ευκαιρία στα πτωχά κοινωνικά στρώματα να συμμετέχουν στην εξουσία. Οι αλλαγές, όπως θα λέγαμε σήμερα αφορούσαν, το δημόσιο δίκαιο, το εμπράγματο, το κληρονομικό αλλα και το ποινικό.

  

Η νομοθεσία που επέβαλλε βέβαια αν και δίκαια δεν άρεσε ούτε στους πλούσιους γιατί ακύρωσε τα συμβόλαια και διέγραψε τα χρέη, αλλά ούτε και στους πτωχούς γιατί δεν έκανε νέα διανομή της γης όπως ήλπιζαν και ούτε τους έκανε τελείως ίσους οικονομικά αλλά και πολιτικά όπως η νομοθεσία του Λυκούργου τους Σπαρτιάτες μεταξύ τους.

  


Γρήγορα όμως κατάλαβαν το συμφέρον τους, άφησαν τις γκρίνιες και πρόσφεραν κοινή θυσία την οποία ονόμασαν «Σεισάχθεια» και διόρισαν τον Σόλωνα Μεταρρυθμιστή της Αθήνας και Νομοθέτη.

  


Μετά τη δημοσίευση των νόμων άλλοι παρουσιάζονταν στον Σόλωνα για τον παινέσουν, άλλοι για να τον κατακρίνουν και άλλοι για να το συμβουλεύσουν να προσθέσει κάτι στα γραμμένα ή να αφαιρέσει και επειδή πολλοί ζητούσαν πληροφορίες και αναλύσεις και τον παρακαλούσαν να εξηγήσει και να ξεκαθαρίσει το κάθε τι πως ήταν και ποιο το νόημά του, αυτός θέλοντας να γλυτώσει μια και καλή από τέτοιες σκοτούρες και να απαλλαχθεί από τα παράπονα και τις γκρίνιες των πολιτών και επειδή όπως έλεγε " Όταν πράττεις μεγάλα έργα είναι πολύ δύσκολο να αρέσεις σε όλους " βρήκε πρόφαση πως θα ασχοληθεί με το θαλασσινό εμπόριο και αφού ζήτησε την άδεια των Αθηναίων να λείψει για δέκα χρόνια, έφυγε. Είχε την ελπίδα πως σε αυτό το διάστημα οι Αθηναίοι θα συνήθιζαν τους νόμους του.

 

 Πρώτα πρώτα ταξίδεψε λοιπόν στην Αίγυπτο όπου έμεινε στην Κανωβίδα ακτή στις εκβολές του Νείλου. Για κάμποσο διάστημα έκανε φιλοσοφικές συζητήσεις με τους γύρω από τον Ψένωφι τον Ηλιουπολίτη και τον Σώγχι τον Σαΐτη που ήταν οι λογιότεροι από τους ιερείς. Απ’ αυτούς άκουσε και τον μύθο για την Ατλαντίδα και επιχείρησε να τον αναπτύξει στους Έλληνες με κάποιο ποίημα.

 

 Έπειτα, ταξίδεψε στην Κύπρο όπου τον συμπάθησε υπερβολικά ο Φιλόκυπρος άρχοντας μικρής πόλης που είχε οικιστεί από τον Δημοφώντα τον γιο του Θησέα. Αυτός πείσθηκε από τον Σόλωνα να μεταφέρει την πόλη του σε έναν όμορφο κάμπο όπου έγινε ομορφότερη και μεγαλύτερη τόσο που και οι άλλοι βασιλιάδες ζηλέψανε. Γι’ αυτό θέλοντας να του αποδώσει την οφειλόμενη τιμή στον Σόλωνα την ονόμασε Σόλους.

  

Τέλος πήγε στη Λυδία στον Βασιλιά Κροίσο όπου η συνάντησή τους και ο μεταξύ τους διάλογος περί Πλούτου αναφέρεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία ως μία από τις πιο όμορφες και τις πιο διδακτικές ιστορίες παγκοσμίως. 

  


Στο χρονικό διάστημα το οποίο έλλειπε, οι Αθηναίοι, ξεκίνσησαν πάλι τις διαμάχες με αρχηγούς τον Λυκούργο ,τον Αθηναίο στους Πεδινούς, τον Μεγακλή τον γιο του Αλκμέωνα στους Πάραλους και τον Πεισίστρατο στους Διάκριους, το πιο πολυπληθές σώμα και το πιο δυσαρεστημένο με τους πλούσιους.

  

Η πολιτεία του Σόλωνα κρατούσε καλά ακόμα όμως όλοι περίμεναν μια καινούρια κατάσταση και λαχταρούσαν μια αλλαγή στα πράγματα, ελπίζοντας ο καθένας με την μεταβολή, να αποκτήσει όχι όσα και οι άλλοι, ακόμα περισσότερα και να επιβληθεί κυριαρχικά στις αντίθετες παρατάξεις.

 

 Σε αυτή την κατάσταση βρήκε την Αθήνα ο Σόλων όταν γύρισε και είναι αλήθεια πως απολάμβανε το σεβασμό και την εκτίμηση όλου του κόσμου, δεν είχε όμως την όρεξη γέρος πια να αγορεύει στο δήμο και να εργάζεται για τα δημόσια πράγματα.  Βλέποντας όμως σε ιδιαίτερες συναντήσεις τους αρχηγούς των κομμάτων προσπαθούσε να λύσει τις διαφορές τους και να τους μονιάσει. Μάταια όμως.

  

Ο Πεισίστρατος έκανε επανάσταση και με τη βοήθεια του μεγαλύτερου μέρους του πλήθους, επέβαλε το Τυραννικό Πολίτευμα στην Αθήνα. Με το γεγονός αυτό παρόλη την αδράνεια του πλήθους και την ανοχή που έδειχναν στην Τυραννία σε σχέση με τη δημοκρατία μόνος του,  χωρίς ίχνος  φόβου και με περίσσιο θάρρος παρά την μεγάλη του ηλικία, κατέβαινε στην αγορά και αντιπολιτευόταν τον Πεισίστρατο.

 

  Έπειτα, μετά την πρώτη επιβολή της Τυραννίας του Πεισίστρατου ο Σόλωνας πέθανε από φυσικά αίτια το 559 π.Χ.

 

 

 

 

ΈναρξηΠροηγούμενο12ΕπόμενοΤέλος
Σελίδα 1 από 2