Αρχαία Εποχή

Αρχαία Εποχή (24)

Ο Ιδομενεύς, ο Βασιλιάς της Κρήτης που εξεστράτευσε στην Τροία μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες και τον ακολουθούσαν, σύμφωνα με τον Όμηρο, 80 καράβια. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τρώων, ισάξιος του Διομήδη και άλλων ηρώων, κυβερνούσε την Κνωσό, την Γόρτυνα, την Λύκτο, τη Μίλητο, τη Λύκαστο, τη Φαιστό και το Ρύτιο, όπως και άλλες πόλεις γύρω από την Κρήτη. Στην παράταξη της μάχης στεκόταν σαν θεός ανάμεσα στους Κρήτες. Ο Όμηρος σε κάποια σημεία τον χαρακτηρίζει ως ισότιμο με τον Άρη στον πόλεμο. Μαζί με τον Ιδομενέα, αρχηγός ήταν και ο γενναίος ακόλουθος του ο Μηριόνης .


Ο Ιδομενεύς καταγόταν από Βασιλική γενιά, πατέρας του ήταν ο Δευκαλίων, που ήταν γιος του Μίνωα και γιος του Δία. Το αγαπημένο του όπλο, που χειριζόταν άριστα, ήταν το δόρυ, είχε ψαρά μαλλιά και κρατούσε μεγάλη στρογγυλή ασπίδα φτιαγμένη από πολλά στρώματα από δέρματα βοδιού και επενδυμένη με λαμπρό χαλκό. Ο Βασιλιάς Αγαμέμνων τον εκτιμούσε περισσότερο απ' όλους τους Δαναούς, τόσο για την ανδρεία που επεδείκνυε στον πόλεμο, όσο και για την εγκράτεια του στην κοινωνική ζωή και κατά την οινοποσία στα συμπόσια και τις γιορτές.


Τις κρίσιμες ώρες και πάνω στην ένταση της μάχης ήταν ικανός να σκεφτεί ώριμα, δίνοντας καίριες λύσεις. Ο Ιδομενέας είναι αυτός που πρότεινε στον σοφό Νέστορα, όταν είδε τραυματισμένο τον ιατρό Μαχάωνα τον γιο του Ασκληπιού, να τον απομακρύνει λέγοντάς του πως ένας γιατρός αξίζει περισσότερο και για πολλούς άλλους άντρες και πρέπει οπωσδήποτε να μείνει ζωντανός. Ο Νέστωρ φυσικά συμφώνησε πρόθυμα.


Κατά τη διάρκεια των σφοδρών μαχών κοντά στη τάφρο και στα πλοία, όπου οι Αχαιοί κινδύνευαν με αφανισμό από τους Τρώες κυρίως λόγο της απομάκρυνσης του ήρωα Αχιλλέα από τη μάχη, ανέλαβε σωτήριες πρωτοβουλίες και ήταν η αιχμή του δόρατος, εγκαρδίωνε τους Δαναούς τόσο με λόγια όσο και με έργα, σκοτώνοντας τους Τρώες τον ένα μετά τον άλλο με το χάλκινο το Δόρυ του.

Προτιμούσε να σκοτωθεί ο ίδιος παρά να αφήσει τους Τρώες να φτάσουν στα πλοία.Σύμφωνα με τον Όμηρο μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου επέστρεψε σώος στην Κρήτη.

 


Η Άτη ήταν θεά της Ελληνικής Μυθολογίας που σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν κόρη του Δία.

 

 

Ήταν γρηγορη στα ποδια και συμβόλιζε το θόλωμα και την τύφλωση του νου, που πλανεύοντας τους ανθρώπους τους οδηγούσε σε λαθεμένες κρίσεις και αποφάσεις με καταστρεπτικά αποτελέσματα.

 

Την Ατη όμως ευτυχώς ακολουθούν πάντα και οι άλλες κόρες του Δία, οι Λιτές, οι οποίες είναι κακάσχημες κουτσές, ριτιδιασμένες, ντροπαλές με λοξό βλέμμα, και προσπαθούν να συνετίσουν τους επηρεασμένους ανθρώπους από την Άτη με σκοπό διορθωθεί το κακό και γλυτώσουν την κακή την μοίρα.

 

Αυτές τις κόρες του Δία τις Λιτές όποιος έξυπνος βρεθεί να τις δεχτεί και ακούσει τις σοφές συμβουλές τους τον ωφελούν πολύ, ακούνε τις δεήσεις του και τον γιατρεύουν μια για πάντα.

 

Μα αν κάποιος βρεθει, όχι συνετός και τις διώξει πεισμώνοντας και τις αρνηθεί προσβάλλοντας αυτες, πηγαίνουν αμέσως πίσω στον Δία και τον παρακαλούν με μανία να τιμωρηθεί πολύ σκληρά ο αρνητής και πάντοτε να ακολουθεί η Άτη εκείνον που τις έδιωξε, ώστε να τον πείσει να πέσει σε αμαρτία πιο μεγάλη και να πληρώσει με το πάθημά του.

 


Με αυτόν το μύθο προσπάθησε και ο Φοίνιξ με την συνοδεία του, ως άλλες Λητες, να πείσει τον Αχιλλέα  να δεχτεί τα δώρα συμφιλίωσης του Αγαμέμνονα και να γυρίσει εγκαίρως στον πεδίο της μάχης ώστε να νικησουν τους Τρώες χωρίς να υποστούν οι ίδιοι άλλο μεγάλο κακό.

 

Μάταια όμως ο Αχιλλέας δεν άκουσε τον δάσκαλό του και άφησε τον θυμό και τον εγωισμό του να υπερτερήσουν με τα γνωστά σε όλους μας αποτελέσματα. Ήτοι, τον άδικο θάνατο του αγαπημένου του Πατρόκλου και άλλων μεγαλων Ελλήνων ηρώων.

 

 

 

 


Ο Χείρων σε αντίθεση με τους άλλους κενταύρους δεν κατάγεται από τους Λαπίθες αλλά είναι γιος του Κρόνου και της Νύμφης Φιλύρας, μια από τις Ωκεανίδες. Η Φιλύρα ήταν θεότητα της ανάρρωσης, της ευωδίας και των αρωμάτων, της γραφής και της ομορφιάς.

 

Τη Φιλύρα ερωτεύτηκε ο θεός Κρόνος κι όταν τους ανακάλυψε η σύζυγός του, Ρέα, αυτός μεταμορφώθηκε σε άλογο για να διαφύγει της προσοχής της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τη Φιλύρα και τον Κρόνο να γεννηθεί ο Κένταυρος Χείρων, μισός άνθρωπος και μισός άλογο. Για να απαλύνει την ντροπή που ένιωθε η νύμφη, ο Κρόνος τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο. Το δέντρο αυτό είναι γνωστό σήμερα για τις αρωματικές του ιδιότητες και τα πλούσια σε νέκταρ λουλούδια, τα οποία έχουν και φαρμακευτικές ιδιότητες.

 

Κατά τον Όμηρο ο Χείρωνας δίδαξε στον Αχιλλέα αλλά και στον (περίφημο για τις ιατρικές του γνώσεις) Ασκληπιό, την Ιατρική και τους έμαθε να φτιάχνουν αλοιφές που θεραπεύουν τα τραύματα του πολέμου και όχι μόνο. Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι ήταν σπουδαίος παιδαγωγός αλλά και ο πρώτος χειρουργός.

 

Σκοπός του δεν ήταν να διδάξει την ιατρική σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ήρωες αλλά να μεταλαμπαδεύσει ως άλλος Προμηθέας την θεϊκή του γνώση στην ανθρωπότητα. Ο συμβολισμός της μορφής αυτής του Χείρωνος είναι τεράστια και ποικίλει. Κυρίως, συμβολίζει την ανάγκη να συνυπάρξουν αρμονικά η εκλεπτυσμένη γνώση μαζί με την ισχυρή ( ζωώδη ) δύναμη.

 

Ακόμα, σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Χείρων είναι αυτός που χάρισε στον Αχιλλέα το περίφημο δόρυ του, στον γάμο των γονιών του, του Πηλέα και της Θέτιδος, τη στιγμή που έδιναν τα δώρα όλοι οι θεοί.  Το δόρυ αυτό ήταν βαρύ, φτιαγμένο από ξύλο μελέγρου απ’ το Πήλιο Όρος και κανείς άλλος εκτός από τον Αχιλλέα δεν μπορούσε να το χειριστεί στη μάχη. Μέχρι και ο Πάτροκλος, όταν ανέλαβε τα λαμπρά άρματα του Αχιλλέα με σκοπό να επιτεθεί στους Τρώες, τα πήρε όλα, εκτός από το δόρυ, γιατί δεν διέθετε τη φυσική δύναμη και ικανότητα που ήταν απαραίτητη για να το χειριστεί στη μάχη.

 

Η μορφή του Χείρωνα απεικονίζεται κατά την αρχαιότητα σε αγγεία αλλά και σε ψηφιδωτά κυρίως με την ιδιότητα κυρίως του παιδαγωγού.

 

 


Ο Φοίνιξ ήταν γιος του Αμύντορα, γιος του Ορμένου, Βασιλιά της πόλης Ορμίνιο που βρίσκεται στις ακτές του Παγασητικού Κόλπου.


Αυτός, ο Αμύντορας, ο πατέρας του Φοίνικος, διατηρούσε δεσμό με μία όμορφη παλλακίδα την οποία και αγαπούσε πολύ τόσο ώστε να περιφρονεί συνεχώς την γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του. Η μητέρα του Φοίνικος, στην προσπάθειά της να τον κερδίσει πίσω είχε φτάσει στο σημείο να παρακαλεί τον έφηβο τότε Φοίνικα, κλαίγοντας, να πλαγιάσει με την παλλακίδα μήπως και σιχαθεί το γέροντα και γυρίσει. Αυτός την άκουσε και έπραξε έτσι.


Ο Αμύντορας όμως κατάλαβε αμέσως τι έγινε και θύμωσε φοβερά γι’ αυτό τον καταριόταν συνεχώς και ευχόταν για τον ίδιο του τον γιο να μην κάνει ποτέ παιδί δικό του και ειδικά γιο τον οποίο θα τον μεγαλώσει και θα τον κρατάει στα γόνατά του. Την κατάρα αυτοί την άκουσα δύο σπουδαίοι θεοί και έσπευσαν να την πραγματοποιήσουν. Ήταν ο Άδης και η Περσεφόνη.


Στη συνέχεια ο Φοίνικας, μιας και ο πατέρας του συμπεριφερόταν τόσο άσχημα χωρίς να δείχνει κανένα έλεος σε αυτόν, αποφάσισε να φύγει από την πόλη παρότι οι συγγενείς του πάσχιζαν να τον κρατήσουν στο σπίτι. Έτσι μια νύχτα, έσπασε τις βαριές πόρτες του παλατιού και πήδηξε τον μαντρότοιχο της αυλής εύκολα, χωρίς να τον καταλάβει κανείς, έχοντας ως προορισμό τη Φθία με σκοπό να συναντήσει τον Βασιλιά Πηλέα. Αυτός τον δέχτηκε αμέσως, φιλόξενα και τον αγάπησε όπως μπορεί να αγαπήσει ένας πατέρας τον μονάκριβο γιο του, τον έκανε πλούσιο, του έδωσε λαό να μεταχειρίζεται και τον έχρησε ηγεμόνα των Δολόπων.


Ο Φοίνικας με εντολή του Πηλέα ακολουθούσε τον Αχιλλέα παντού όσο ήταν νέος με σκοπό να τον προστατεύει και να τον διδάσκει. Στην ουσία ήταν αυτός που ανέλαβε από την νηπιακή τον ηλικία να τον μεγαλώσει. Δίδαξε σε αυτόν την ρητορική τέχνη και την τέχνη του πολέμου. Τον αγαπούσε από καρδιάς σαν δικό του παιδί τόσο που ο Αχιλλέας, μικρός, δεν ήθελε χωρίς αυτόν ούτε να φάει, ούτε να πάει κάπου αλλού.


Επίσης σε μεγάλη ηλικία ο Φοίνιξ εξεστράτευσε στην Τροία, μαζί με τον Αχιλλέα, και οι επιδόσεις του στις μάχες ήταν σημαντικές. Συμμετείχε στην ομάδα που έφτιαξε ο Νέστωρ, με τους Οδυσσέα, Αίαντα και άλλους, για να πείσει τον Αχιλλέα να γυρίσει στο πεδίο της μάχης από όπου και αποχώρησε όταν ο Αγαμέμνονας άρπαξε παράνομα την ερωμένη του που ήταν κόρη του Βασιλιά Βρισέα, την Βρισηίδα.


Στην προσπάθειά του να τον πείσει να γυρίσει κατά την αγόρευσή του χρησιμοποίησε τον μύθο της Άτης και των Λιτών, το παράδειγμα του Μελέαγρου στον πόλεμο με τους Κουρήτες κ.α. πλην όμως, όπως και ο Νέστωρ κατά τη συνέλευση των Αχαιών, δεν εισακούστηκε και ο Αχιλλέας επέμεινε στο θυμό του, όμως, τον σεβάστηκε και διέταξε να του στρώσουν κλινάρι για να κοιμηθεί προτείνοντάς του συνάμα να μείνει στη σκηνή του ώστε αν θελήσει την επόμενη μέρα να τον συνοδέψει στο ταξίδι της επιστροφής για την πατρίδα.


Τέλος κατά τις νεκρώσιμες τελετές που οργανώθηκαν προς τιμήν του νεκρού Πάτροκλου, μετά τον θάνατο του Έκτορα, ο Αχιλλέας τοποθέτησε, τον δάσκαλό του Φοίνικα κριτή στις αρματοδρομίες.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)


 

Ο Κύλωνας (655 π.Χ περίπου) ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, μέλος εύπορης οικογένειας με μεγάλες πολιτικές επιρροές  και Ολυμπιονίκης γεγονός που τον έκανε πασίγνωστο και του προσέδωσε μεγάλο κύρος. Έζησε στην Αθήνα 200 περίπου χρόνια πριν την κατασκευή του Παρθενώνα (438π.Χ) και αμέσως πριν την θέσπιση της νομοθεσίας του Σόλωνα.  Στην Αθήνα την εποχή εκείνη ίσχυε ο θεσμός της δουλείας, δέσποζε η τεράστια άνιση κατανομή των κοινωνικών αγαθών αλλά και δικαιωμάτων μεταξύ των πολιτών, το πολιτικό κλίμα ήταν νοσηρό και επικρατούσαν διαρκώς ταραχές και o διχασμός, ενώ ταυτόχρονα, επικρέματο η ανατροπή του παλιού πολιτικού συστήματος και η ριζική ρήξη με το παρελθόν.  Όμως, οι πολίτες, σέβονταν τη θρησκεία τους και τα έθιμα που πήγαζαν από αυτή όπως τον θεσμό της προστασίας των ικετών όποτε και αν το ζητούσαν. Δηλαδή, σέβοταν με απόλυτο τρόπο το ιερό δικαίωμα των ικετών να ζητήσουν άσυλο εντός των Ναών και το χορηγούσαν πάντα επειδή ο ιερός αυτός χώρος θεωρούταν απαραβίαστος και απαγορευόταν εντός του οποιαδήποτε χρήση βίας. 
 
 
 
Το 632 π.Χ ο ίδιος ο Κύλων, εκμεταλλευόμενος την δημοτικότητα που του έδινε ο τίτλος του Ολυμπιονίκη, το ταραχώδες πολιτικό κλίμα της εποχής και έχοντας στο πλευρό του μεγάλη μερίδα αγανακτισμένων Αθηναίων πολιτών επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία ανατρέποντας τον επώνυμο άρχοντα των Αθηνών Μεγακλή για να γίνει τύραννος με την βοήθεια του πεθερού του, τυράννου των Μεγάρων, Θεαγένη.
 
 

Γι' αυτό τον σκοπό είχε λάβει χρησμό από το μαντείο των Δελφών: " εν του Διός τη μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων Ακρόπολην" τον οποίο και ακολούθησε όπως αυτός πίστευε. Το 632 π.Χ, λοιπόν, κατά τη διάρκεια της εορτής των Ολυμπίων, κατέλαβε την Ακρόπολη στην οποία υπήρχαν και τα ιερά της πόλης μαζί  με  εκατοντάδες  οπαδούς του. Την  ενέργεια αυτή ανέκοψαν άμεσα και αποτελεσματικά οι Αθηναίοι υπό την αρχηγία του Μεγακλή ο οποίος ανήκε στην ισχυρή οικονομικά και πολιτικά οικογένεια των Αλκμεωνιδών πολιορκώντας τους εντός των τειχών με μεγάλη σκληρότητα και εχθρότητα.
 
 
 
Ο Ολυμπιονίκης Κύλωνας με τον αδερφό του κατάφεραν να αποδράσουν, όχι όμως και οι οπαδοί του οι οποίοι εγκλωβίστηκαν από τους πολιορκητές και για να εξασφαλιστούν πως θα γλιτώσουν τον θάνατο κατέφυγαν ως ικέτες ζητώντας άσυλο και προστασία στον ιερό βωμό της θεάς Αθηνάς σύμφωνα με το πανάρχαιο και πανελλήνιο έθιμο.
 


 

Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα ο Μεγακλής, ο ανήρ δηλαδή που θα ανατρεπόταν από την εξουσία, τους έπεισε να κατέβουν  από την Ακρόπολη υπό τον όρο ότι θα δικαστούν δικαίως,  όμως, παρά τις υποσχέσεις του επειδή υπήρχε έντονη δυσπιστία των πολιορκημένων οπαδών του Κύλωνα ως προς τις υποσχέσεις του Μεγακλή  έδεσαν μια κλωστή στο άγαλμα της Θεάς Αθηνάς για να είναι συνεχώς υπό την προστασία της  και το κρατούσαν όλοι καθώς κατέβαιναν για να μην βιαιοπραγήσει κανείς εναντίον τους. Εντελώς ξαφνικά όμως κόπηκε  η κλωστή και τότε ο Μεγακλής  ερμηνεύοντας το σημάδι συμφεροντολογικά πως δήθεν η θεά αρνήθηκε την προστασία στους ικέτες της  όρμησε αμέσως εναντίον τους και τους συνέλαβε σχεδόν όλους.
 
 
 

Δεν σταμάτησε όμως στο στάδιο της σύλληψης  των στασιαστών οδηγώντας τους σε δίκη όπως άλλωστε τους είχε υποσχεθεί,  αλλά, άλλους τους λιθοβόλησε μέχρι θανάτου έξω από τα Ιερά και άλλους τους κατέσφαξε μέσα στους ναούς με ειδεχθή τρόπο γεγονός το οποίο ήταν πρωτοφανές και προκάλεσε φρίκη στους πολίτες της εποχής εκείνης.  Από την τρομερή αυτή σφαγή δεν γλίτωσε κανείς παρά μόνο λίγοι οι οποίοι σώθηκαν επειδή πρόφτασαν να συναντήσουν τις οικογένειες των αρχόντων και να ικετεύσουν τις γυναίκες τους.
 
 
 
Η σφαγή των οπαδών του Κύλωνα επειδή διεπράχθη με πρωτοφανή  ωμότητα και ανοσιότητα  εξόργισε τα  πλήθη  προκάλεσε στάσεις και μεγάλη αναστάτωση, κυρίως από τα αδύναμα οικονομικά στρώματα, καθώς επίσης προκάλεσε και ανάγκη για εξαγνισμό της πόλης από τους ανίερους φονιάδες. Έτσι  οι Αλκμεωνίδες ονομάστηκαν "εναγείς" που σημαίνει καταραμένοι και  αργότερα οι επιζήσαντες στασιαστές παρά την ήττα τους, απολάμβαναν την συμπαράσταση ενός μεγάλου μέρους του λαού, ξαναέγιναν δυνατοί και βρίσκονταν πάντα σε διάσταση με την μερίδα των Αλκμεωνιδών.  
 


Η ανόσια αυτή φονική πράξη - σφαγή  των ικετών από τους Αλκμεωνίδες, πέραν από τις συγκρούσεις και την αναταραχή, δημιούργησε στους πολίτες έντονη δεισιδαιμονία και διακατέχονταν συνεχώς από τον παράλογο φόβο της ύπαρξης φαντασμάτων  στην πόλη την οποία έχουν στοιχειώσει ζητώντας κάθαρση. Γι' αυτό αργότερα, κάλεσαν και ήλθε από την Κρήτη ο σοφός Επιμενίδης από την Φαιστό που ήταν σοφός περί τα θεία για να τους βοηθήσει στον εξαγνισμό.


 

Τα  δυσάρεστα αυτά γεγονότα που έβλαψαν την Αθήνα πήραν την ονομασία "Κυλώνειο Άγος" και κράτησαν μέχρι και την εμφάνιση του τότε νέου και πολλά υποσχόμενου πολιτικού Σόλωνα περί το 594 π.Χ
 
 
 

Ο Σόλων ήταν ο μόνος που  κατάφερε να πείσει τους Αλκμεωνίδες  να υποβληθούν σε δίκη από τριακόσιους δικαστές που αποτελούνταν από τους άριστους της πόλης. Την κατηγορία ανέπτυξε ο Μύρων ο Φλυεύς και το αποτέλεσμα ήταν οι δε ζώντες ανόσιοι να εξοριστούν από την Αθήνα και στους μεν αποθανόντες να ανορυχθούν τα οστά τους και να ριφθούν έξω από την πόλη.  Έπειτα, ανέλαβε τη διοίκηση της πόλης ο Σόλων και θέσπισε την διάσημη νομοθεσία του.
 
 
 

Η κατάληξη του Κύλωνα και του αδερφού του παραμένει μέχρι και σήμερα άγνωστη.
 


Το ανόσιο αυτό έγκλημα συνδέεται με τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στο Δέλτα Φαλήρου δηλαδή τους 80 νεκρούς που βρέθηκαν αλυσοδεμένοι σε ένα ομαδικό τάφο όπου γίνονταν τα έργα για την εθνική βιβλιοθήκη και τη Λυρική Σκηνή από το ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Οι σοροί τους ήταν τοποθετημένοι κατά παράταξη πράγμα που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι εκτελέστηκαν και ενταφιάστηκαν επί τόπου.

Ο Βελλεροφόντης ήταν γιος του Βασιλιά της Κορίνθου Γλαύκου, γιου του παμπόνηρου Σίσυφου, γιου του Αιόλου, γιου του Έλληνα, γιου του Δευκαλίωνα, γιου του Προμηθέα.

Ο Βελλεροφόντης ήταν όμορφος στην όψη, ανδρείος και σπουδαίος ήρωας, είχε αρχικά το όνομα Ιππόνοος όμως επειδή σε νεαρή ηλικία σκότωσε κατά λάθος τον αδερφό του Βέλλερο του έδωσαν το όνομα Βελλεροφόντης και για να εξιλεωθεί από τον φόνο ταξίδεψε ως ικέτης στην αυλή του Βασιλιά του Άργους Προίτου.

Όταν έφτασε στο Άργος τον είδε η Βασίλισσα Άντεια  τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά κι ήθελε να πλαγιάσουνε μαζί κρυφά από τον άντρα της μα αυτός επειδή ήταν εγκρατής, τίμιος και σκεπτότανε σωστά δεν το έπραξε.

Με το να αρνηθεί όμως τις ερωτικές της παρακλήσεις πλήγωσε τον εγωισμό της, θόλωσε την σκέψη της και για να τον εκδικηθεί είπε ψέματα στον άντρα της ότι αυτός την παρενόχλησε και ζήτησε από τον Βασιλιά Προίτο να τον σκοτώσει επειδή δήθεν ο Βελλεροφόντης προσπάθησε να τη βιάσει. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς θύμωσε πολύ, όμως, δεν τον σκότωσε αμέσως αλλά τον έστειλε στη Λυκία στον πεθερό του, τον Βασιλιά Ιοβάτη, δίνοντάς του να κρατάει ένα διπλωμένο πίνακα στον οποίο ήταν χαραγμένα κάποια μυστικά σημάδια που δήλωναν την θέληση να τον δολοφονήσουν. Με αυτά τα σημάδια δηλαδή παράγγειλε ο ίδιος ο Βελλεροφόντης τον σκοτωμό του στον Ιοβάτη χωρίς φυσικά να το γνωρίζει.

Εκείνος λοιπόν ξεκίνησε να πάει στην απέραντη Λυκία και σαν έφτασε ο βασιλιάς Ιοβάτης τον τίμησε πλουσιοπάροχα και με καλοσύνη. Εννιά ημέρες τον φιλοξένησε και έσφαξε εννέα βόδια, όμως, όταν φάνηκε η δέκατη αυγή ζήτησε ως όφειλε να δει το σημάδι που έφερνε από τον Προίτο τον γαμπρό του. Όταν είδε αυτά τα φονικά σημάδια και ενώ δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς για να τον παγιδεύσει και για να σκοτωθεί σίγουρα του ανέθεσε μια αποστολή, πρώτα τον πρόσταξε να πάει να σκοτώσει το πελώριο τέρα με το όνομα ΧΙΜΑΙΡΑ, που ήταν λιοντάρι μπρος, δράκος πίσω, γίδα στη μέση, έβγαζε φλόγες φοβερές με την πνοή της και δεν είχε καταφέρει κανείς ποτέ να τη σκοτώσει. Ο Βελλεροφόντης γενναίος καθώς ήταν δέχτηκε αμέσως, όμως επειδή ταυτόχρονα ήταν και συνετός πολύ προσπαθούσε να βρει τρόπο πως θα το καταφέρει αυτό ώσπου του ήρθε ξαφνικά η ιδέα να δαμάσει τον φτερωτό και ατίθασο Πήγασο πράγμα το οποίο το κατέφερε με τα χρυσά χαλινάρια που του χάρισε η θεά Αθηνά.

Αφού σκότωσε το θεριό,  τη δεύτερη φορά, πολέμησε με τους ξακουστούς Σολύμους και τους κέρδισε και αυτούς. Την τρίτη σκότωσε τις Αμαζόνες, που ήταν με τους άντρες ισοδύναμες μα όταν γύριζε από εκεί ο Βασιλιάς του έστησε άλλη μία παγίδα. Διάλεξε τους πιο καλούς πολεμιστές απ’ την Λυκία και του έστησε ενέδρα, κανείς από αυτούς όμως δεν ξαναγύρισε στο σπίτι του γιατί όλους τους σκότωσε Ήρωας Βελλεροφόντης.

Ο Βασιλιάς Ιοβάτης είχε μείνει κατάπληκτος με όλα τα επιτεύγματα του Βελλεροφόντη και κατάλαβε πως ήταν από θεϊκή γενιά γι’ αυτό τον κράτησε μαζί του και του έδωσε την κόρη του και τη μισή απ’ όλη τη βασιλική του εξουσία. Η γυναίκα του γέννησε τρία παιδιά τον Ίσανδρο, τον Ιππόλοχο και τη Λαοδάμεια. Οι Λύκιοι χάρισαν σε αυτόν το καλύτερο βασιλικό κτήμα με όμορφο αμπέλι και χωράφι γόνιμο.

Μετά από όλα αυτά η μοίρα του δυστυχώς δεν του επεφύλασσε μόνο ένδοξες νίκες και μία ήρεμη οικογενειακή ζωή αλλά επηρεασμένος από τις επευφημίες των ανθρώπων αλλά και των θεών απόκτησε υπερβολική υπερηφάνεια και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, γέμισε με έπαρση και αποφάσισε καβαλώντας το φτερωτό του άλογο τον Πήγασο να φτάσει στον ουρανό μέχρι την κατοικία των θεών.

Η πράξη του αυτή όμως δεν άρεσε στους θεούς και αποτέλεσε την αιτία όπου έγινε μισητός σε αυτούς, με το μύθο να λέει ότι ο Δίας για να τον τιμωρήσει τον έριξε από το άλογό του με κεραυνό στο Αλήιο Πεδίο (στην έρημο) όπου παράδερνε μονάχος του για το υπόλοιπο της ζωής του πέρα από κάθε επαφή με άνθρωπο, μισητός από τους θεούς ανήμπορος και εξουθενωμένος.

Αυτό ήταν λοιπόν το άδοξο τέλους του πιο δοξασμένου και σπουδαίου Ήρωα του Βελλεροφόντη.


Γεννήθηκε γύρω στο 480 π.Χ  και ήταν γιος του Σωφίλου από τον Δήμο Ραμνούντα ( κοντά στον σημερινό Μαραθώνα), γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας των Αθηνών.  Ο Αντιφών ο Ραμνούσιος είναι ο αρχαιότερος από τους δέκα Αττικούς Ρήτορες και πιθανότατα ο πρώτος που έγραψε ρητορικό δικανικό λόγο. Στα έργα τους τον αναφέρουν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοφών, ο Θουκυδίδης και άλλοι. Για την εκπαίδευσή του γίνεται πολύς λόγος, η πιθανότερη εκδοχή όμως είναι ότι ήταν αυτοδίδακτος.

To μεγαλύτερο μέρος του βίου του Αντιφώντος πέρασε σχεδόν σιωπηλό, τα τελευταία χρόνια της ζωής του όμως απασχολούν πολύ τα τελευταία έτη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ζήτημα αποτελεί το αν ήταν ο Αντιφών δάσκαλος του μεγάλου Ιστορικού Θουκυδίδη, αυτό που μας οδηγεί περισσότερο να πιστέψουμε αυτό είναι το απόσπασμα στο βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη όπου φαίνεται ο μεγάλος θαυμασμός του προς τον ρήτορα Αντιφώντα. Επίσης, γίνεται λόγος πως δίδαξε τον Σωκράτη!! τον Περικλή!! και άλλους μεγάλους άντρες της εποχής του.


Διατηρούσε ρητορική σχολή στην Αθήνα και σχετικά μάλιστα με το επάγγελμά του αυτό λέγεται ότι ήταν φιλοχρήματος και εισέπραττε πολλά από τους μαθητές του και τους πελάτες του.

Μετά τον θάνατο του Περικλή  και την έλλειψη των ξεχωριστών ανδρών, του χρυσού αιώνα και της αριστείας, που διακρίθηκαν για την ποιότητα της προσωπικότητάς τους και τις μεγαλειώδεις ικανότητές τους,  το Δημοκρατικό Πολίτευμα είχε αρχίσει να κλίνει προς την οχλοκρατία και την αυθαιρεσία.

Έτσι, δημιουργήθηκε ο σκεπτικισμός και η αμφιβολία για τη δημοκρατία στα σοβαρότερα πρόσωπα της εποχής όπως στον Σωκράτη, τον Αντιφώντα, τον Θουκυδίδη και άλλους.

Ο Πείσανδρος το 411π.Χ έπεισε τους Αθηναίους να μεταβάλλουν το πολίτευμα και πρότεινε να εκλέξουν 10 άντρες "ξυγγραφέας αυτοκράτορας" οι οποίοι θα ετοίμαζαν ένα σχέδιο νέου συντάγματος. Αυτοί όμως, αντί για να πράξουν έτσι, βοήθησαν να σχηματισθεί μία βουλή από τετρακόσιους "αρίστους" ομόφρονες και την εκκλησία του δήμου θα την καλούσαν όποτε το θεωρούσαν αυτοί αναγκαίο. Στην μεταβολή αυτή του πολιτεύματος θεωρητικός ήταν ο Αντιφών.


Η αρχή όμως αυτή των Τετρακοσίων δεν πραγματοποίησε τα όνειρα του ιδεολόγου Αντιφώντος. Σχημάτισαν μια ισχυρή φρουρά από δορυφόρους και κυβέρνησαν την πόλη με βία και τρομοκρατία. Δεν συνεκάλεσαν ποτέ την εκκλησία και έχασαν και τους ολιγαρχικούς συμμάχους τους στα νησιά, διότι, αυτοί είχαν εμπιστοσύνη στην Σπαρτιατική ολιγαρχία παρά στην Αθηναϊκή και πήγαν με το μέρος τους.


Έπειτα, ήρθε η διαίρεση στην παράταξη, κάποιοι ενώθηκαν με τους δημοκρατικούς, ενώ άλλοι κατέφυγαν στο στρατόπεδο της Δεκελείας και κατόπιν συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Αντιφών δεν καταδέχθηκε να σωθεί με τη φυγή. Βέβαιος για την ορθότητα των ιδεών του και πιστεύοντας στη ρητορική του δεινότητα έμεινε στην πόλη. Η βουλή διέταξε τη σύλληψή του, απαγγέλθηκε η κατηγορία της Εσχάτης Προδοσίας, "η δήμου κατάλυσις" πολιτικό έγκλημα στο οποίο δεν επιτρεπόταν καμία επιείκεια.


Ο Αντιφών απολογήθηκε με θαυμαστή δεινότητα, η απολογία του ήταν σύμφωνα με τον Θουκυδίδη η άριστη απολογία που ακούσθηκε ποτέ στα Αθηναϊκά Δικαστήρια μέχρι την εποχή του. Όμως, το Αθηναϊκό δικαστήριο δεν πείσθηκε, κρίθηκε προδότης, καταδικάσθηκε σε θάνατο, η περιουσία του δημεύθηκε, το σπίτι του γκρεμίστηκε και στο οικόπεδο στήθηκε πλάκα με την επιγραφή " Αντιφώντος του Προδότου " το σώμα του δεν επετράπη να ταφεί επί Αθηναϊκού εδάφους και η οικογένειά του κηρύχθηκε άτιμη.


Σήμερα πέραν της λογοτεχνικής αξίας που έχουν οι λόγοι του, έχουν ακόμη πιο μεγάλη σημασία ως ιστορικά ντοκουμέντα. Αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το ποινικό δίκαιο, για το πνεύμα των νόμων και το τυπικό της αθηναϊκής νομοθεσίας στο αδίκημα του φόνου.

Τέλος, στις μέρες μας, δεν νοείται επιστήμονας ιστορικός του δικαίου αλλά και πολιτικός επιστήμονας που δεν έχει μελετήσει τα έργα του και δεν παραπέμπει στον ΑΝΤΙΦΩΝΤΑ.!

Η επιγραφή της Γόρτυνας είναι χαραγμένη σε μεγάλες τετράγωνες μαρμάρινες πλάκες που σχηματίζουν ένα τοίχο, ανακαλύφθηκε το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα στην Γόρτυνα του Ηρακλείου της Κρήτης από Γάλλους Ερευνητές. Είναι το αρχαιότερο Ελληνικό νομοθέτημα, που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα σε ολόκληρη την Ευρώπη το οποίο αναφέρεται σε θέματα αστικού δικαίου, ποινικού δικαίου και δικονομίας.


Η επιγραφή αυτή χαράχτηκε κατά το 480 π.Χ (δηλαδή την περίοδο της δεύτερης Περσικής εκστρατείας κατά της Ελλάδας και την εποχή που γεννήθηκαν ο Περικλής, ο Ηρόδοτος ο Σοφοκλής και άλλοι σπουδαίοι άντρες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) σε Δωρική διάλεκτο και αρχίζει με επίκληση των θεών ενώ, πουθενά δεν αναφέρεται το φυσικό πρόσωπο ή η αρχή που το εξέδωσε. Οι διατάξεις της ισχύουν για όλους τους πολίτες της Γόρτυνας στους οποίους αναφέρεται και έχει δεσμευτική ισχύ.


Οι διατάξεις του Κώδικα της Γόρτυνας ρυθμίζουν τον βίο πολιτών που ζουν κυρίως σε μια αγροτική κοινωνία και αναφέρεται σε έννομες σχέσεις τόσο του αστικού δικαίου, (όπως του οικογενειακού, του κληρονομικού, του εμπορικού δικαίου), όσο και του ποινικού δικαίου ( όπως τα αδικήματα του βιασμού, αποπλάνηση, ασέλγεια κ.α). Αξιοσημείωτο είναι πως ο κώδικας δεν ρυθμίζει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας.


Η νομοθεσία της Γόρτυνας έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ιστορικό του δικαίου, τους νομικούς εν γένει αλλά και τους λογοτέχνες δεδομένου ότι σηματοδοτεί το τέλος των πρώιμων χρόνων του δικαίου και τις απαρχές ενός ωριμότερου και πιο τεχνικού δικαϊκού συστήματος.

Ο Πατέρας του Δημοσθένη λεγόταν και αυτός Δημοσθένης. Ήταν ένας από τους πιο καλούς και αγαθούς ανθρώπους και τον φώναζαν μαχαιροποιό. Είχε ένα μεγάλο εργοστάσιο και δούλους τεχνίτες που κατασκεύαζαν μαχαίρια.

Ο Δημοσθένης έμεινε ορφανός εφτά χρονών από τον πατέρα του ο οποίος του άφησε αρκετή περιουσία. Την περιουσία αυτή την ανέλαβαν τρίτοι διαχειριστές οι επίτροποί του,οι οποίοι τον αδίκησαν, γιατί μέρος αυτής το ιδιοποιήθηκαν παράνομα και το υπόλοιπο το παραμέλησαν. Το σώμα του ήταν αδύναμο, κακής κράσεως και φιλάσθενο, ώστε η μητέρα του δεν τον άφηνε να κοπιάζει και τον κακομάθαινε ενώ οι παιδαγωγοί του φρόντιζαν να μην τον στεναχωρούν ποτέ.

Ήταν φιλάσθενος και λιπόσαρκος και όταν ήταν νέος οι συνομήλικοι του του είχαν βγάλει το παρατσούκλι Βάταλος ( Βάταλος λεγόταν ένας θηλυπρεπής αυλητής και ένας ποιητής που έγγραφε τρυφερά και Βακχικά ποιήματα ). Από μικρός επιδόθηκε στην σοβαρή και συστηματική μελέτη των ρητορικών λόγων κυρίως, επειδή, "ζήλεψε" τη δόξα του Καλλίστρατου που μετά το τέλος της αγόρευσής του στο δικαστήριο, για την υπόθεση του Ωρωπού, το πλήθος τον επευφημούσε και τον θαύμαζε. Θαύμασε επίσης την δύναμη του λόγου που κατορθώνει να εξημερώσει και να υποτάσσει τα πάντα.

Σταμάτησε από μικρός τις παιδικές ασχολίες και ασχολήθηκε με την ρητορική διδασκαλία. Δάσκαλός του ήταν ο Ισιαίος. Όταν ενηλικιώθηκε άρχισε τους δικαστικούς αγώνες με τους διαχειριστές της περιουσίας του τους οποίους και κέρδισε όλους, πλην όμως, δεν μπόρεσε να εισπράξει τίποτα από την πατρική του περιουσία.

Από την εμπειρία αυτή απέκτησε τόση τόλμη να μιλάει μπροστά στο πλήθος και δύναμη στους ρητορικούς αγώνες που επιχείρησε να παρουσιασθεί στον δήμο και να ασχοληθεί με την πολιτική.

Όταν όμως εμφανίσθηκε στο δήμο για πρώτη φορά αποδείχθηκε ότι ο πολιτικός λόγος του δεν ήταν καθόλου χαρισματικός αλλά ψυχρός και κουραστικός με αποτέλεσμα το πλήθος να θορυβεί πολύ και να το ειρωνεύεται γιατί εκφραζόταν χρησιμοποιώντας παραφορτωμένους και μακροσκελείς συλλογισμούς. Επίσης, η φωνή του είχε κάποια τραυλότητα και η αναπνοή του ήταν κοντή, γι' αυτό έφερνε σε σύγχυση τα νοήματα των λεγομένων του.

Καθώς ήταν στεναχωρημένος για το αποτέλεσμα συνάντησε τυχαία τον γνωστό του ηθοποιό τον Σάτυρο ο οποίος τον έπεισε να εφαρμόσει και τις μεθόδους της υποκριτικής τέχνης για τη χάρη και την ομορφιά που παίρνει ο λόγος από αυτήν. Από τότε, πείσμωσε τόσο πολύ, ώστε έφτιαξε ένα υπόγειο δωμάτιο για να μελετάει συνέχεια. Εκεί μέσα κατέβαινε απαραιτήτως κάθε μέρα! διαμόρφωνε την υποκριτική του και γύμναζε τη φωνή του. Πολλές φορές έμενε εκεί μέσα δύο και τρεις μήνες συνέχεια ξυρίζοντας το μισό του κεφάλι ώστε να ντρέπεται και να μην μπορεί να βγει έξω ακόμα και αν το ήθελε.

Το μπέρδεμα και την τραυλότητα της γλώσσας του τα έκοψε και τα διόρθωσε βάζοντας στο στόμα του χαλίκια και ταυτοχρόνως απαγγέλοντας περικοπές λόγων. Τη φωνή του τη γύμναζε τρέχοντας και ανεβαίνοντας σε ανηφοριές και μιλώντας και εκφωνώντας μερικούς λόγους ή στίχους ενώ η αναπνοή του γινόταν συχνότερη. Προσπαθώντας να γιατρέψει κάποια πάθηση της σπλήνας του έκανε μακρούς δρόμους κατά τη διαταγή των γιατρών και έπειτα αφού εξασκήθηκε και συνήθισε έγινε ένας από τους καλύτερους δρομείς.

Λένε ότι δεν μιλούσε ποτέ εκ του προχείρου και δεν ανέβαινε στο βήμα αν δεν είχε προηγουμένως μελετήσει και ετοιμαστεί. Στα 32 του χρόνια δεν ήταν ακόμα γνωστός και ούτε είχε δύναμη στην πόλη. Η πολιτική διαγωγή του Δημοσθένους ήταν φανερή. Δεν άφηνε καμία από τις πράξεις του Φιλίππου του Βασιλιά της Μακεδονιας που να μην τη κατακρίνει, ακόμα και σε περιόδους ειρήνης τάραζε τους Αθηναίους και τους εξερέθιζε εναντίον του. Προτιμούσε να συνεργαστεί με τους Πέρσες παρά με τον Φίλιππο και τους Μακεδόνες. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου όταν μαθεύτηκε ότι η μακεδονικός στρατός  πλησίαζε την Αθήνα με τον Αντιπατρο ο Δημοσθένης με τους φίλους του προφτάσαν και έφυγαν.

Έπειτα όμως ο λαός μετά από πρόταση του Δημαδη τους καταδίκασε σε θάνατο και μετά από καταδίωξη και αφού μαθεύτηκε ότι ο Δημοσθένης κατέφυγε ως ικέτης στον Πόρο, στο ιερό του Ποσειδώνα, εστάλει φρουρά για να τον συλλάβει η οποία τον εγκλώβισε εντός του ναού.

Πάρα τις παρακλήσεις της εχθρικής φρουράς και τις υποσχέσεις τους περί απονομής χάριτος ο Δημοσθένης δεν θέλησε να παραδοθεί και πίνοντας κώνιο απο ένα μπουκαλάκι που είχε κρυμμένο πάνω του αυτοκτόνησε χωρίς να τον συλλάβουν ποτέ!!

Ποιο ήταν το πολιτικό κλίμα την εποχή στην οποία έζησε??
Γιατί επέβαλε μία τόσο αυστηρή νομοθεσία??
Ποια ήταν η καταγωγή του??


              Την εποχή του Δράκοντα, κατά το 650 πΧ περίπου, η οικονομία της Αθήνας στηριζόταν κυρίως στην αγροτική παραγωγή τον έλεγχο της οποίας είχαν οι μεγαλοκτηματίες και που κατά συνέπεια ήλεγχαν την πολιτική ζωή σε όλα τα επίπεδα ενώ παράλληλα επιτρεπόταν η εξασφάλιση των δανείων με τη γνωστή έως σήμερα "Σωματική Υποθήκη" δηλαδή τη Δουλεία, επίσης, δεν υπήρχε καμία σοβαρή κρατική οργάνωση όπως την ξέρουμε σήμερα παρά μόνο κάποια θεσμικά συλλογικά όργανα τα μέλη των οποίων ήταν πλούσιας καταγωγής...

              Δυστυχώς στις μέρες μας, όσον αφορά τον βίο του Δράκοντα δεν έχουμε  σοβαρές πληροφορίες για την εκπαίδευσή του και την διαδικασία με την οποία αυτός ανέπτυξε τις ικανότητές του, εμπλούτισε τις γνώσεις του, βελτιώσε τα προσόντα του και έφτασε στο σημείο να αναπτύξει την προσωπικότητά του σε τέτοιο βαθμό ώστε να μείνει στην ιστορία ως ο πιο αυστηρός νομοθέτης όλων των εποχών. 

            

              Έως σήμερα μπορούμε μόνο να γνωρίζουμε με σχετικά μεγάλη ακρίβεια ποιο ήταν το έργο του και ποια η νομοθεσία την οποία επέβαλε, αλλά και για το ποιο ήταν το πολιτικό κλίμα και οι επικρατούσες οικονομικές συνθήκες.

             

              Ο Δράκοντας έγραψε τους νόμους το 621 π.Χ την περίοδο των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών, μετά την σφαγή των οπαδών του Ολυμπιονίκη Κύλωνα στους ιερούς βωμούς της ακρόπολης και την οργισμένη αντίδραση κυρίως των φτωχών, που οδηγήσε σε μεγάλες πολιτικές αναταραχές και επανάσταση.

            Το μόνο που μπορούμε να ξέρουμε είναι πως ήταν αριστοκρατικής - ευγενικής καταγωγής και πως η οικογένειά του ήταν ιδιαίτερα εύπορη. Θεωρείται ως ο πρώτος νομοθέτης των Αθηνών και έμεινε γνωστός για την αυστηρότητα της νομοθεσίας που επέβαλε σύμφωνα με την οποία, τιμωρούσε με την ποινή του θανάτου, τόσο τον κλέπτη ενός μήλου όσο και έναν δολοφόνο!.


             Γι' αυτό η έκφραση " Δρακόντεια Μέτρα" η οποία χρησιμοποιείται έως και σήμερα, μετά από 2.600 χρόνια περίπου, προκύπτει από το όνομά του εξαιτίας της χαρακτηριστικής αυστηρότητας των νόμων που θέσπισε.

ΈναρξηΠροηγούμενο12ΕπόμενοΤέλος
Σελίδα 2 από 2